Γιώργος Βέης
Encore / Ακόμη

«Η κοινωνία εδράζεται σε ένα κοινό σφάλμα, σε ένα έγκλημα που διαπράχθηκε από κοινού».
Σίγκμουντ Φρόιντ

Έχει ειπωθεί με την ανάλογη μάλιστα έμφαση ότι για τον Σίγκμουντ Φρόιντ «ο άνθρωπος είναι πραγματικά μια δαρβίνεια παραλλαγή, καταδικασμένη να παράγει πολιτισμό, ένας «λύκος» που πρέπει να ευχόμαστε να εξημερωθεί. Για να περισωθούν οι πολιτισμικές αξίες, ο λύκος πρέπει ν’ αφήσει την αυθεντικότητά του να γίνει απουσία και μνήμη, δηλαδή γλώσσα και συνείδηση.

Είναι αλήθεια, πως η αμερικανική έκδοση της φροϋδικής ορθοδοξίας, μιαν ηρωική έξοδο προς τις καταναλωτικές υποσχέσεις του Νέου Κόσμου και κρατημένη μακριά απ΄ τα ευρωπαϊκά οντολογικά προβλήματα, δογματοποίησε τις προσαρμοστικές αρετές της συνείδησης και βρήκε στον ρεαλισμό του «Εγώ» το θεραπευτικό πασπαρτού τη» (Ιδέτε Μάριος Μαρκίδης, Η ψυχανάλυση του διχασμένου υποκειμένου, εκδόσεις Έρασμος, 1980, σ. 77 επ.). Ο Ζακ Λακάν (1901 -1981) εργάζεται, ως γνωστόν, πυρετωδώς επί δεκαετίες στους αντίποδες ακριβώς αυτής της πράξης-θεώρησης των πραγμάτων. Η καταδήλωσή του είναι χαρακτηριστική της όλης πρόθεσής του: «Η ψυχανάλυση δεν είναι ούτε μια Weltanschauung, ούτε μια φιλοσοφία που διατείνεται ότι δίνει το κλειδί του σύμπαντος. Διέπεται από μια στόχευση ειδική που είναι ιστορικά καθορισμένη από την επεξεργασία της έννοιας του υποκειμένου. Θέτει αυτή την έννοια με τρόπο καινούργιο, οδηγώντας πάλι το υποκείμενο στη σημαίνουσα εξάρτησή του». (Βλ. Ζακ Λακάν, Το σεμινάριο, Βιβλίο ΧΙ, Οι τέσσερις θεμελιακές έννοιες της ψυχανάλυσης, 1964, μετάφραση: Ανδρομάχη Σκαρπαλέζου, τελική ανάγνωση: Γιώργος Χειμωνάς, εκδόσεις Ράππα,1977. Υπομνηματίζοντας και αναστηλώνοντας το φροϊδικό καταπίστευμα, ο Ζακ Λακάν ανανεώνει το ενδιαφέρον μας για την υπόθεση κυρίως της χαρτογράφησης του ασυνειδήτου. Είναι αυτό ακριβώς το οποίο έναν αιώνα πριν ο Αρθούρος Σοπενχάουερ, σε μια όντως εντυπωσιακή στιγμή έκλαμψης της ανθρώπινης σκέψης, είχε βαφτίσει «Wille», ήτοι «Βούληση». Τα σεμινάριά του Ζακ Λακάν, όπως τα διέσωσε η φροντίδα του Ζακ-Αλέν Μιλέρ, είναι εκ παραλλήλου τα διαχρονικά αποτυπώματα αυτής της έμμονης πορείας προς την διοργάνωση της γλώσσας της δικής του αλήθειας.

Αν στο Encore (αλλά και δυνητικά En corps, δηλαδή Εν σώματι) /Ακόμη, εικοστό κατά σειρά σεμινάριο, το οποίο εκδόθηκε το 1975, μαθαίνουμε ότι εν τέλει «η αγάπη είναι ανέφικτη, και η σεξουαλική σχέση βυθίζεται στο μη νόημα, πράγμα όμως που δεν μειώνει καθόλου το ενδιαφέρον που πρέπει να έχουμε για τον Άλλον» και ότι τα σημαίνον άντρας ή το σημαίνον γυναίκα, θα είναι πάντα επιθυμητά, αναδυόμενα μαζί με την ίδια την ανάδυση του γλωσσικού μας οργάνου, το οφείλουμε, μεταξύ άλλων, σε μια ιδιάζουσα ανάλυση, ιδιαίτερο στοιχείο της οποίας είναι η κρατυλική επανερμηνεία και επανεξέταση κρισίμων όρων και τύπων τόσο της καθημερινής ζωής, όσο και του ακαδημαϊκού βίου εν γένει. Βεβαίως «στα σεμινάρια εκφέρεται ο προτρεπτικός λόγος – που είναι συνυφασμένος με υπαινιγμούς, επιστημονικούς ή λογοτεχνικούς στολισμούς, λίβελους και μια προσπάθεια αποδόμησης της δόξας[…]Είναι μονόλογοι που παίρνουν το σχήμα διαλόγων στους οποίους δε γίνονται παραχωρήσεις στους συμβατικούς κανόνες της ευγένειας […] Είναι αλήθεια ότι τα σεμινάρια απευθύνονται στους αναλυτές και στους αναλυόμενους. Θα μπορούσαμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι υπάρχει ο «κλειστός εσωτερικός κύκλος» που χαρακτηρίζει την εσωτερική διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών σχολών […] Υπάρχει λοιπόν στον Λακάν όπως και στον Αριστοτέλη μια εσωτερική και μια εξωτερική διδασκαλία, καθώς επίσης η διάκριση ανάμεσα στον προφορικό και στον γραπτό λόγο. Αλλά στην περίπτωση του Λακάν οι σχέσεις της μιας διάκρισης με την άλλη έχει αντιστραφεί».(Βλ. Ζαν-Κλωντ Μιλνέρ, Το κρυστάλλινο έργο, Ο Λακάν, η επιστήμη, η φιλοσοφία, μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Οικονόμου, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 68 επ.). Οι απρόοπτοι αναγραμματισμοί, οι αιφνιδιαστικές παρετυμολογίες, τα παράδοξα έως και ακατανόητα συμπεράσματα εξ ίσου δυσνόητων θεωρημάτων, συχνά αυστηρής μαθηματικής υφής, οι ακραίοι εννοιολογικοί διασκελισμοί, τα ευφυέστατα λογοπαίγνια, τα σκιρτήματα των συλλαβών, το κρυφτούλι με τα ομόφωνα, η προσφυγή στη θεωρία των συνόλων για να αποδώσει μιαν πρωτογενή ψυχαναλυτική εκδοχή, οι σωρείες των νεολογισμών, που καταθέτει και στο έργο του αυτό ο Ζακ Λακάν δεν είναι ακριβώς παιχνίδια μιας αχαλίνωτης ρητορικής δεινότητας ενός αενάως παραληρούντος Εγώ, αλλά τομές, κοψίδια και μνημεία λόγου Ερημίας.

Περισσότερα...

 

Κορνήλιος Καστοριάδης
Η ελληνική σύλληψη του κόσμου (κεντρικές φαντασιακές σημασίες)

Απόσπασμα από το "Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα" (διάλεξη στο Λεωνίδιο Αρκαδίας το καλοκαίρι του 1984), εκδ. Ύψιλον, 1999

Η θέσμιση της κοινωνίας είναι κάθε φορά θέσμιση ενός μάγματος κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που μπορούμε και πρέπει να καλέσουμε κόσμο φαντασιακών σημασιών.

Είμαι υποχρεωμένος, δυστυχώς, εδώ, να περιοριστώ σε κάποιες κεντρικές ιδέες, βιαστικά διατυπωμένες:

α. Η ερμηνεία που είχε παλιότερα επικρατήσει και διαδοθεί για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και άνθρωπο, σαν κόσμο και άνθρωπο αρμονίας και μέτρου, είναι παιδαριωδώς αφελής, ειδυλλιακή προβολή δυτικών σχημάτων και νοσταλγιών του 18ου και 19ου αιώνα. Η αρμονία και το μέτρο για τούς αρχαίους Έλληνες δεν είναι δεδομένα, αλλά προβλήματα και σκοπός που η πραγματοποίηση τους είναι πάντα αβέβαιη και επισφαλής σε ότι άφορα την ανθρώπινη ζωή.

β. Κεντρική για την αρχαία ελληνική σύλληψη είναι η ιδέα του Χάους. Για τον Ησίοδο {Θεογονία, στίχος 116), το σύνολο των όντων (θεοί και άνθρωποι, «πράγματα», «φαινόμενα» και «δυνάμεις») γεννιέται από το χάος, δηλαδή από το τίποτα, το κενό, το μηδέν (χαίνω): ἤτοι μὲν πρώτιστα Χάος γένετ'.

Αυτό το Χάος δεν έχει σχέση με την πολύ μεταγενέστερη έννοια του χάους ως συμφυρμού, κυκεώνα, γενικευμένης α-ταξίας. Εντούτοις όμως, στην ίδια την Θεογονία υπάρχει ένα έσχατο μέρος ή βάθος, μια ανάποδη του κόσμου, που είναι Χάος με την μεταγενέστερη έννοια: ο ποιητης του δίνει, συμβατικά και συμβολικά, το όνομα Τάρταρος (στίχοι 717─720, 722─723, 724─730, 731─735). Οι «ρίζες» του κόσμου ─«της γης και της στείρας θάλασσας»─ βγαίνουν απ' αυτό το τεράστιο κιούπι, που το στόμα του το ζώνει «τριπλή νύχτα». Οι «ρίζες» του κόσμου ─κόσμος = τάξη─, η «άλλη του όψη» είναι αυτός ο τερατώδης χώρος. Σε τούτη μόνο την όψη (όπου ζούμε και εμείς) βασιλεύει ─προς το παρόν─ ο Ζευς, και την κάνει να είναι κατα κάποιο τρόπο κόσμος.

γ. Ο κόσμος δεν είναι καμωμένος για τους ανθρώπους ούτε ενδιαφέρεται γι' αυτούς. Γενικότερα, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική αντίληψη για την ζωή, δεν υπάρχει καμία υπερβατική εξωκοσμική δύναμη που να ενδιαφέρεται για τούς ανθρώπους, ακόμα λιγότερο, να τούς «αγαπάει». Οι θεοί επεμβαίνουν μόνο αν κάποιος τούς ζημιώσει ή ασεβήσει εις βάρος τους κλπ. Έξαλλου, και οι ίδιοι οι θεοί δεν είναι παντοδύναμοι, υπόκεινται σε μια απρόσωπη Μοίρα, η οποία έφερε πρώτα τον Ουρανό, έπειτα τον Κρόνο κι έπειτα τον Δία. Ο Προμηθέας, στην ομώνυμη τραγωδία του Αισχύλου, μηνύει στον Δία μέσω του αγγελιαφόρου του Ερμή ότι:

Περισσότερα...

 

Άρθουρ Καίστλερ
Το Ψευτοδίλημμα

Από το "Τέχνη, Επιστήμη και Ελευθερία", έκδοση του 'Συνεδρίου δια την πνευματική ελευθερία', Αθήνα, 1955.

Η αντινομία: δεξιά ή αριστερά, σοσιαλισμός ή καπιταλισμός, έχει χάσει σήμερα κατά πολύ την έννοιά της. Όσον καιρό η Ευρώπη θα μένει προσκολλημένη σ' αυτό το ψεύτικο δίλημμα, που παρεμποδίζει κάθε σαφή σκέψη, είναι αδύνατη η δημιουργική λύση των προβλημάτων της εποχής μας.

Η καταγωγή του όρου «πολιτική αριστερά» ανάγεται στην κατανομή των πολιτικών ομάδων στη γαλλική εθνοσυνέλευση ύστερα από την επανάσταση. Ο όρος διαδόθηκε έπειτα γρήγορα σε όλη την ήπειρο και χρησίμευσε για τον χαρακτηρισμό της πτέρυγας εκείνης των νομοθετικών σωμάτων που ευρίσκετο αριστερά της έδρας του προέδρου και ακολουθούσε κατά παράδοση φιλελεύθερες και δημοκρατικές τάσεις. Στην επόμενη φάση ο όρος χρησιμοποιήθηκε μεταφορικά και για όλα τα ριζοσπαστικά και εξτρεμιστικά ρεύματα των ιδεολογικών σχολών ή κινημάτων. Από τότε η έκφραση αυτή χρησιμοποιήθηκε με μια έννοια που εγίνετο κατά το μάλλον και μάλλον συγκεχυμένη και μεταφυσική και όσο περισσότερο έχανε κάθε συγκεκριμένη σημασία τόσο πιο ισχυρή καθίστατο ψυχολογικά η ελκτική της δύναμη. Έτσι πριν απ' τον πόλεμο υφίστατο μέσα στο γαλλικό κοινοβούλιο μισή δωδεκάδα κομμάτων που είχαν στην επωνυμία τους τη λέξη «αριστερός» (κόμμα αριστερό ριζοσπαστικό, αριστερό ριζοσπαστικό και ανεξάρτητο, αριστερό δημοκρατικό και ριζοσπαστικό, κλπ) και που όλα χωρίς εξαίρεση ήταν συντηρητικές πολιτικές ομάδες. Μέχρι των ήμερων μου οι φιλελεύθεροι και οι σοσιαλδημοκράτες αυτοχαρακτηρίζονταν ως «μετριοπαθής αριστερά». Αν είχαμε τη συνήθεια να παίρναμε στα σοβαρά τις λέξεις, όλα αυτά θα σήμαιναν ότι τα κόμματα αυτά διακρίνονται από τους γείτονες των της «άκρας αριστεράς» μόνο ως προς τις υποχρεώσεις όχι όμως και ως προς την ουσία. Και η άκρα αριστερά στολίζει τον εαυτό της αυτάρεσκα με τον τιμητικό αυτό τίτλο, αν και σχεδόν κάθε σημείο του προγράμματος της βρίσκεται σε αντίθεση προς τις αρχές εκείνες που πρώτα ήταν συνυφασμένες με την ιστορική αριστερά.

Πρέπει κανείς να λάβει υπ' όψιν τη δύναμη που ασκεί η λέξη πάνω στο πνεύμα. Η σημασιολογία κάνει αυστηρή διάκριση ανάμεσα στη χρήση των λέξεων ως εννοιολογικών συμβόλων και τη χρήση ως εξορκιστικών σημάτων φορτωμένων με συναισθηματική δύναμη. Όταν έχει κανείς υπ' όψιν του τη μοίρα λέξεων όπως «η αριστερά», «ειρήνη», «ελευθερία» ή «δημοκρατία», δηλαδή λέξεων που δεν έχουν μια γενικώς ισχύουσα έννοια και εν τούτοις επηρεάζουν ισχυρότατα τα συναισθήματα, μπορεί δικαιολογημένα να υποθέσει ότι εδώ δρα κάποιος νόμος σύμφωνα με τον όποιο, στη σφαίρα της πολιτικής, οι λέξεις γίνονται τόσο πιο ισχυρές όσο περισσότερο έχουν χάσει την έννοια τους. Ακριβώς όπως στη ραδιενέργεια το φαινόμενο της διάσπασης συνοδεύεται από τη μεταβολή της μάζας σε ενέργεια, έτσι και στην πολιτική ψυχολογία φαίνεται ότι η εννοιολογική ουσία των λέξεων μεταβάλλεται σε ακτινοβόλο ενέργεια εξαιρετικά βλαβερής μορφής. Και υπό ορισμένες συνθήκες το φαινόμενο αυτό παίρνει αναγκαστικά τη μορφή μιας αιφνίδιας έκρηξης.

Περισσότερα...

 

Αλέξανδρος Σολζενίτσιν
Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ

Απόσπασμα από το "Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ ", μετφ. Κίρα Σίνου, εκδ. Πάπυρος, 1974

Το 1949 έτυχε να διαβάσω με κάποιους φίλους μου ένα αξιοπρόσεκτο σημείωμα στο περιοδικό "Φύση" της Ακαδημίας Επιστημών. Το σημείωμα έγραφε με ψιλά γράμματα πως κατά τις ανασκαφές που έγιναν κοντά στον ποταμό Κολύμα βρέθηκε κάτω από το έδαφος ένα στρώμα πάγου – ένας παγωμένος αρχαίος χείμαρρος – και μέσα του βρέθηκαν, παγωμένοι επίσης, εκπρόσωποι της παλαιοντολογικής πανίδας που έζησαν πριν από κάμποσες χιλιετηρίδες. Αυτά τα ψάρια, ή τρίτωνες (μεγάλα κοχύλια), ό,τι κι αν ήταν, είχαν διατηρηθεί τόσο φρέσκα, έγραφε ο επιστημονικός συντάκτης, ώστε οι παρόντες, σπάζοντας τον πάγο, τα έφαγαν ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΣ. Το περιοδικό κατέπληξε ασφαλώς τους λιγοστούς αναγνώστες του για το πως μπορεί να διατηρηθεί στον πάγο το κρέας του ψαριού για τόσο μεγάλο διάστημα, λίγοι όμως από αυτούς μπόρεσαν να συλλάβουν το πραγματικό συγκλονιστικό νόημα εκείνου του απερίσκεπτου σημειώματος. Εμείς καταλάβαμε αμέσως. Είδαμε όλη αυτή τη σκηνή ζωντανή, με τις πιο παραμικρές λεπτομέρειες: πώς οι παρόντες κομμάτιαζαν τον πάγο με άγρια βιασύνη∙ πώς, χωρίς να δώσουν καμιά σημασία στα υψηλά ενδιαφέροντα της ιχθυολογίας και σκουντώντας ο ένας τον άλλον με τους αγκώνες, έκοβαν κομμάτια από τη χιλιόχρονη σάρκα, τα έσερναν στη φωτιά, τα λιανίζανε και χόρταιναν την πείνα τους. Το καταλάβαμε, γιατί ανήκαμε κι εμείς σ ' εκείνους τους ΠΑΡΟΝΤΕΣ, ανθρώπους από τη μοναδική στον κόσμο ισχυρή φυλή των Ζεκ (κρατουμένων), που θα μπορούσαν να φάνε ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΣ έναν τρίτωνα.

Η περιοχή του ποταμού Κολύμα ήταν το μεγαλύτερο και το πιο φημισμένο νησί, ο πόλος της απανθρωπιάς αυτής της καταπληκτικής χώρας ΓΚΟΥΛΑΓΚ, που η γεωγραφία την έχει κομματιάσει σε αρχιπέλαγος, αλλά η ψυχολογία την αλυσόδεσε σε ήπειρο – μιας χώρας σχεδόν αθέατης, σχεδόν ανεπαίσθητης, όπου και κατοικούσε ο λαός των Ζεκ. Αυτό το Αρχιπέλαγος ήταν διασπαρμένο μέσα σε μιαν άλλη χώρα, τη χώρα που το περιέκλεινε, χωνόταν στις πολιτείες της, υψωνόταν απειλητικά πάνω από τους δρόμους της – κι όμως μερικοί ούτε μάντευαν καν την ύπαρξή του, πάρα πολλοί το είχαν πολύ αόριστα ακουστά και μόνο εκείνοι που είχαν ζήσει εκεί ήξεραν τα πάντα γι ' αυτό. Μα αυτοί έμεναν σιωπηλοί, σαν να είχαν χάσει τη μιλιά τους στα νησιά του Αρχιπελάγους. Σε μιαν ανέλπιστη καμπή της ιστορίας μας βγήκε στο φως κάτι, κάτι ασήμαντα ελάχιστο, γι ' αυτό το Αρχιπέλαγος. Μα τα ίδια εκείνα χέρια που φόρεσαν τις χειροπέδες στα δικά μας απλώνουν τώρα τις παλάμες τους συμφιλιωτικά: "Δεν πρέπει!.. Δεν πρέπει να σκαλίζουμε το παρελθόν!... Όποιος θυμάται τα παλιά, να του βγει το μάτι!" Η παλιά παροιμία όμως καταλήγει: "Αλλά όποιος ξεχνάει, να του βγουν και τα δύο!"

Οι δεκαετίες περνούν και σκεπάζουν ανεπανόρθωτα τις ουλές και τις πληγές του παρελθόντος. Σ ' αυτό το διάστημα μερικά νησιά διαλύθηκαν, λειώσανε, και η πολική θάλασσα της λήθης περνάει τα κύματά της από πάνω τους. Και κάποτε, στον αιώνα που μας έρχεται, αυτό το Αρχιπέλαγος, ο αέρας του και τα κόκαλα των κατοίκων του, παγωμένα μέσα σ ' ένα στρώμα πάγου, θα φαίνονται σαν απίθανοι τρίτωνες.

* * *

Πως πηγαίνει κανείς σ' αυτό το μυστηριώδες Αρχιπέλαγος; Κάθε ώρα πετούν για εκεί αεροπλάνα, φεύγουν πλοία, τραίνα ξεκινούνε ξεφυσώντας, αλλά δεν υπάρχει επάνω τους ούτε μια επιγραφή που να δείχνει τον προορισμό τους. Οι υπάλληλοι στις θυρίδες των εισιτηρίων και οι πράκτορες της Σοβτουρίστ (τουρισμός εσωτερικού) και της Ιντουρίστ (τουρισμός εξωτερικού) θα απορήσουν αν ζητήσετε κανένα εισιτήριο για εκεί. Δεν ξέρουν, δεν έχουν ακούσει τίποτα ούτε για το Αρχιπέλαγος γενικά, ούτε για κανένα από τα αμέτρητα νησάκια του. Αυτοί που πηγαίνουν να διοικήσουν το Αρχιπέλαγος, βγαίνουν από τις σχολές του Υπουργείου Εσωτερικών. Αυτοί που πηγαίνουν να φρουρήσουν το Αρχιπέλαγος, επιλέγονται μεταξύ των στρατιωτικών επιτρόπων. Και αυτοί που πηγαίνουν εκεί για να πεθάνουν, όπως εσείς κι εγώ, αναγνώστες μου, πρέπει να περάσουν οπωσδήποτε και αποκλειστικά από τη σύλληψη.

Περισσότερα...

 

Jean-François Revel
Η 'θεία χάρις' του Κράτους

Από το "Η 'θεία χάρις' του Κράτους", μετφ. Αιμ. Βαλασιάδης, Ευρωεκδοτική, Αθήνα, 1982.

Τα γεγονότα είναι αντιδραστικά

Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι το να είναι «αριστερή» μια κυβέρνηση, σημαίνει ότι αποβλέπει στην προώθηση της ευτυχίας των ανθρώπων. Ξεκινώντας από μια τέτοια υπόθεση, ένας απλοϊκός παρατηρητής που βλέπει την υδρόγειο θα έτεινε να δώσει το χαρακτηρισμό «αριστερές» στις χώρες που ο κόσμος ζει καλύτερα από υλικής πλευράς και από ορισμένες άλλες απόψεις που κάνουν τη ζωή υποφερτή, θα τοποθετούσε όλο και περισσότερο στα δεξιά τα καθεστώτα όσο θα κατέβαινε στην κλίμακα διαβάθμισης της ευτυχίας των λαών. Ποιά θα ήταν όμως η έκπληξη γι' αυτό τον αφελή παρατηρητή, αν ένας καθηγητής των πολιτικών επιστημών φανερωνόταν μπροστά του για να του μάθει πως πρέπει να αντιστρέψει αυτή την κατάταξη.

Οι περισσότερες κοινωνίες όπου διαπιστώνεται η πιο μεγάλη ευημερία και οι λιγότερο δυσμενείς συνθήκες για την ολοκλήρωση του άτομου, θα του έλεγε, είναι εκείνες που καθημερινά ονομάζουμε «δεξιές» ή «συντηρητικές» ενώ, αντίθετα, εμφανίζονται στον κατάλογο των «προοδευτικών» ή «σοσιαλιστικών» χωρών σχεδόν όλες εκείνες όπου ο λαός είναι ταυτόχρονα φτωχός μέχρι αθλιότητας και καταπιεσμένος μέχρις εξοντώσεως. Χωρίς να επικαλεστεί κανείς τις πιο τραγικές περιπτώσεις αυτού του αντίστροφου «προοδευτισμού», θα μπορούσε ν' αναφερθεί για παράδειγμα σε πολλές χώρες, πολιτισμένες, που η βιοτική άνεση και ευημερία έχουν φθαρεί κατά τη διάρκεια της ασκήσεως μιας «σοσιαλιστικής» εξουσίας, χωρίς όμως γι' αυτό να έχει ανακληθεί ο χαρακτηρισμός αυτός από την εξουσία. Δεν θα είχε αφαιρεθεί όμως για κανένα λόγο από μια εξουσία της «δεξιάς» ο δικός της χαρακτηρισμός, ακόμη κι αν είχε αποδειχτεί ότι συνέπεσε με μια όχι και τόσο κακή περίοδο για την ευτυχία των ανθρώπων.

Αυτός, λοιπόν, που θα ήθελε ν' αποφύγει να τον χαρακτηρίσουν σαν «αντιδραστικό», δεν θα πρέπει να περιορίζεται στο να εύχεται την ευτυχία των ανθρώπων και την εφαρμογή -ακόμη κι αν αυτή μπορεί να αναθεωρηθεί- μεθόδων κοινωνικής οργάνωσης που έχουν από πείρα αποδειχτεί οι λιγότερο καταστρεπτικές. Η άδολη, η έντιμη και χωρίς διορθώσεις χρήση ενός τέτοιου κριτηρίου θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν δείγμα κακοπιστίας για μια πλειοψηφία καθεστώτων και κυβερνήσεων, που διεκδικούν τον τίτλο των «σοσιαλιστικών» και στις όποιες κανείς δεν αμφισβητεί αυτή τη διάκριση, για να δικαιολογήσουν τον τίτλο τους πρέπει να πληρούν τους ακόλουθους όρους: να υποβιβάζουν το βιοτικό επίπεδο, να μεγαλώνουν τις ανισότητες, να περιορίζουν τις ελευθερίες.

Αν δεχτεί κανείς να δει, στη συνύπαρξη των τριών αυτών όρων, ή έστω των δύο από αυτούς, τη βέβαιη ένδειξη πώς βρίσκεται μπροστά σ' ένα καθεστώς της δεξιάς, θα πρέπει αναπόφευκτα να τοποθετήσει στα δεξιά τα καθεστώτα της αριστεράς, δηλαδή να τα συκοφαντήσει κι έτσι να γίνει αντιδραστικός. Βέβαια, υπάρχει, ευτυχώς, κι ένας εξ ίου υπολογίσιμος αριθμός καθεστώτων ή κυβερνήσεων της δεξιάς που πληρούν με τη σειρά τους τους τρεις όρους που απαριθμήσαμε. Γι' αυτές δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα: δίνουν νόμιμα στόχο στη ν παγκόσμια αγανάκτηση, δηλαδή αυτό που θα περίμενε από αυτές η Ιστορία. Αλλά καθώς συναντά κανείς άλλες κυβερνήσεις της δεξιάς που δεν πληρούν αυτούς τους όρους κι ένα άθροισμα σοσιαλιστικών καθεστώτων που τους προσφέρουν σε αφθονία, δεν θα μπορούσε, χωρίς πνευματική ανεντιμότητα, να χρησιμοποιήσει αυτά τα κριτήρια για να ξεχωρίσει τη δεξιά από την αριστερά.

Πώς λοιπόν να το πετύχει κανείς; Με το να ξεφορτωθεί μια για πάντα την προκατάληψη σύμφωνα με την οποία η τοποθέτηση μιας κυβέρνησης στη δεξιά ή το σοσιαλισμό θα μπορούσε να κριθεί σύμφωνα με τα καλά ή τα κακά αποτελέσματα των ενεργειών που κάνει για το μεγαλύτερο αριθμό των πολιτών. Υπάρχουν κυβερνήσεις της αριστεράς που έχουν κακά αποτελέσματα και κυβερνήσεις της δεξιάς που έχουν καλά, ακόμη ένα πλήγμα. Αυτό επιτρέπει τη διατύπωση του πρώτου αξιώματος της σύγχρονης πολιτικής: είναι αντιδραστικό να κρίνεται μια κυβέρνηση από τ' αποτελέσματα της.

Περισσότερα...

 
Περισσότερα Άρθρα...