Ο Ντοστογιέφσκι φωτίζει από το «Υπόγειο» τις γυναικοκτονίες και την έμφυλη βία…

Ας αφήσουμε τον μεγάλο Ρώσο ανατόμο της ανθρώπινης ψυχής, να μιλήσει, έχοντας στο νου μας την έξαρση των γυναικοκτονιών και γενικότερα της έμφυλης βίας, ενώπιον της οποίας η κοινωνία μας μένει εμβρόντητη:

«…Όλοι αυτό κάνουν, καυχιούνται για τις αρρώστιες τους, κι εγώ, μάλλον, καυχιέμαι περισσότερο από όλους. Δεν θα τσακωθούμε. Η αντίρρησή μου είναι παράλογη. Είμαι πάντως βαθύτατα πεπεισμένος ότι όχι μόνο η πολλή συνείδηση, αλλά και κάθε είδους συνείδηση είναι αρρώστια. Επιμένω επ’ αυτού. Επί του παρόντος, όμως ας το αφήσουμε κι αυτό.

Πείτε μου τούτο: Πώς τύχαινε, λες και γινόταν επίτηδες, εκείνες ακριβώς, μα εκείνες ακριβώς τις στιγμές στις οποίες ήμουν περισσότερο ικανός να συνειδητοποιήσω όλες τις λεπτομέρειες του «ωραίου και του υψηλού», όπως έλεγαν κάποτε στον τόπο μας, πώς εμένα μου τύχαινε να μην συνειδητοποιώ τίποτα και να κάνω τόσο αποκρουστικές πράξεις, τέτοιες που… ε, με μια λέξη, πράξεις τέτοιες που ίσως τις κάνουν όλοι, αλλά που, λες και γινόταν επίτηδες, εγώ τις έκανα τότε ακριβώς που συνειδητοποιούσα εντονότερα ότι δεν πρέπει να τις κάνω;

Όσο περισσότερο συνειδητοποιούσα το καλό και όλο αυτό το «ωραίο και το υψηλό», τόσο βαθύτερα χωνόμουν στο βούρκο μου και γινόμουν ακόμα πιο ικανός να βυθιστώ ολότελα σε αυτόν. Το σημαντικότερο όμως ήταν πως όλα αυτά θαρρείς και δεν μου συνέβαιναν τυχαία, αλλά έτσι έπρεπε να συμβούν. Λες κι αυτή ήταν η φυσιολογική μου κατάσταση, και δεν ήταν ούτε αρρώστια ούτε κατάρα, ούτως ώστε, δεν ήμουν πια πρόθυμος να καταπολεμήσω αυτή την κατάρα. Η κατάληξη ήταν να πιστέψω, σχεδόν, (μπορεί και να το πίστευα στ’ αλήθεια) ότι αυτή ίσως να είναι η φυσιολογική μου κατάσταση.

Τον πρώτο καιρό, όμως, στις αρχές, τι μαρτύριο πέρασα μέσα σε αυτόν τον αγώνα! Δεν πίστευα ότι αυτό συμβαίνει και σε άλλους, γι αυτό και σ’ όλη μου τη ζωή το έκρυβα μέσα μου σαν μυστικό. Ντρεπόμουν (ενδεχομένως μάλιστα ακόμα και τώρα να ντρέπομαι). Έφθασα στο σημείο να νιώθω μια κρυφή, αφύσικη, πρόστυχη ηδονή, καθώς τύχαινε κάποιες εντελώς αποκρουστικές νύχτες της Πετρούπολης να γυρνώ στη γωνιά μου και να έχω την έντονη επίγνωση ότι σήμερα έκανα πάλι μια ατιμία, ότι τα περασμένα δεν γυρίζουν πίσω, και μέσα μου, κρυφά, έτριζα και ξανάτριζα τα δόντια μου, βλαστήμαγα τον εαυτό μου και χτυπιόμουν σε τέτοιο βαθμό που, στο τέλος, η πίκρα μετάλλαζε σε μια αισχρή, καταραμένη γλύκα και τελικά μετατρεπόταν σε κατηγορηματική, σοβαρή ηδονή! Ναι, σε ηδονή, σε ηδονή! Επιμένω επ’ αυτού.

Κι αν άνοιξα συζήτηση γι αυτό, είναι γιατί θέλω να μάθω θετικά τούτο: Νιώθουν κι άλλοι παρόμοια ηδονή; Θα σας εξηγήσω: Η ηδονή, στην περίπτωση αυτή, πήγαζε από την ιδιαίτερα σαφή επίγνωση του εξευτελισμού μου! Από το γεγονός ότι νιώθεις κι ο ίδιος πως έφτασες στο μη παρέκει, ότι αυτό είναι αισχρό, αλλά δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά, ότι δεν έχεις πια διέξοδο, ότι ποτέ δεν πρόκειται να γίνει άλλος άνθρωπος, ότι ακόμα και να σου έμεναν ο καιρός και η πίστη για να μεταβληθείς σε κάτι άλλο, τότε σίγουρα εσύ ο ίδιος δεν θα ήθελες να αλλάξεις. Αλλά και να το ήθελες, πάλι τίποτα δεν θα έκανες, γιατί, στην ουσία, σε τίποτα δεν θα μπορούσες να μεταβληθείς.

Και τελευταίο και κυριότερο: Όλα αυτά συμβαίνουν σύμφωνα με τους φυσιολογικούς και βασικούς νόμους μιας συνείδησης που λειτουργεί εντατικά και εξαιτίας της αδράνειας που πηγάζει απευθείας από αυτούς τους νόμους. Κατά συνέπεια, εδώ δεν είναι μόνο το ότι δεν θα αλλάξεις αλλά και το ότι, απλώς, δε θα κάνεις το παραμικρό. Μια οξυμένη αυτεπίγνωση καταλήγει, για παράδειγμα, στο συμπέρασμα: Δικαιούται ο παλιάνθρωπος να είναι τέτοιος, εφόσον κι ο ίδιος συναισθάνεται ότι είναι όντως παλιάνθρωπος, λες κι αυτό θα μπορούσε να του σταθεί παρηγοριά! Αρκεί, όμως… αχ, είπα ένα σωρό σαχλαμάρες, αλλά τι εξήγησα; Πώς εξηγείται στην περίπτωση αυτή, η ηδονή; Θα εξηγηθώ, όμως. Ούτως ή άλλως, θα φθάσω στο τέλος! Γι αυτό άλλωστε έπιασα και την πένα στο χέρι…».

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι,

Αναμνήσεις από το Υπόγειο,

εκδ. Ροές, Αθήνα 2001,

σελ.33-35

Read Previous

Η Αριστερά που έμεινε κολλημένη στον Πέτρο, τον Γιόχαν και τον Φράντς…

Read Next

Σαλμάν Ρουσντί, το τραγικό πρόσωπο πίσω από τη μάχη κατά του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας