Μυρμήγκια ή δεινόσαυροι;

Όσοι διαβάζουμε τις δημοσκοπήσεις και πέρα από την περίφημη «πρόθεση ψήφου», ανακαλύπτουμε πολύ ενδιαφέροντα ευρήματα για τα όσα πιστεύει η σημερινή ελληνική κοινωνία. Από τις πολλές μετρήσεις της κοινής γνώμης, μνημονεύω αυτή που διεξήγαγε η Kapa Research σε συνεργασία με το γερμανικό ίδρυμα Friedrich Naumann.

Στο ερώτημα που πολλές φορές τίθεται στη δημόσια συζήτηση, για το αν δηλαδή οι Έλληνες αγαπούν την Ελευθερία και τον δυτικό τρόπο ζωής, τα αποτελέσματα της έρευνας δίνουν σαφή απάντηση:

  • Το 91% των ερωτηθέντων, πιστεύουν ότι η Δημοκρατία είναι το καλύτερο πολίτευμα, αλλά όμως έχει πολλά προβλήματα,

Διαβάζοντας αυτή τη μέτρηση, ασφαλώς ένας Δημοκράτης θα φούσκωνε από αισιοδοξία για το μέλλον αυτού του τόπου. Ωστόσο, η ίδια δημοσκόπηση δείχνει την αυξανόμενη δυσπιστία των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα. Αυτοί οι ίδιοι, λοιπόν, που κατέγραψαν τα παραπάνω, υποστηρίζουν ότι:

  • Η πολιτική δεν είναι ικανή να δώσει λύσεις, ούτε στα μεγάλα προβλήματα της χώρας (57%) ούτε στα σημαντικά προβλήματα της οικογένειας (69%),
  • Οι θεσμοί που σημάδεψαν τη μεταπολίτευση – κόμματα, Μέσα Ενημέρωσης, συνδικάτα, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, δημόσιες υπηρεσίες – καταγράφουν σημαντικό έλλειμα εμπιστοσύνης,
  • Οι πολίτες δείχνουν ότι προτιμούν έναν τεχνοκράτη (60%) σε μια υπουργική θέση παρά έναν εκλεγμένο πολιτικό (35%)
  • Οι εκλογικές βάσεις των δύο μεγάλων κομμάτων θεωρούν ότι το αντίπαλο κόμμα αποτελεί απειλή για τη χώρα: Το 82% των ψηφοφόρων της ΝΔ βλέπουν τον ΣΥΡΙΖΑ ως απειλή για τη χώρα και, αντίστοιχα, το 70% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ βλέπουν τη ΝΔ ως απειλή για την Ελλάδα
  • Το 54% θεωρεί καλύτερο ένα οικονομικό σύστημα που βασίζεται περισσότερο στην ελεύθερη αγορά παρά στον κεντρικό κρατικό σχεδιασμό (40%)
  • Ωστόσο, το 65% πιστεύει ότι η ρύθμιση της αγοράς από το κράτος είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος.

Σε μια παρόμοια έρευνα της κοινής γνώμης που διεξήχθη στη Μεγάλη Βρετανία, των 800 ετών κοινοβουλευτικού βίου (έναντι μόλις 48 στην Ελλάδα…) κατεγράφησαν πολύ ενδιαφέροντα ευρήματα: το 35% των ατόμων κάτω των 35 ετών, που απάντησαν, πίστευαν ότι «ο στρατός θα ήταν ένας καλός τρόπος για να διοικηθεί η χώρα». Και σχεδόν οι διπλάσιοι (δηλ οι 7 στους 10!) είπαν ότι θα υποστήριζαν «έναν ισχυρό ηγέτη που δεν χρειάζεται να ασχολείται με το κοινοβούλιο»!.

Προκύπτει, όμως, το ερώτημα: Μπορεί μια χώρα όπως η δική μας, που έχει τόση και τέτοια πίστη στη Δημοκρατία, να την υπονομεύει μόνο και μόνο επειδή δυσπιστεί -ή έχει απογοητευτεί- από το πολιτικό σύστημα; Πιο ορθό δεν θα ήταν να υποθέσουμε ότι η κοινωνία στην πλειοψηφία της θέλει να συνεχίσουμε στο δρόμο της φιλελεύθερης Δημοκρατίας με θεσμούς που μεγιστοποιούν την ατομική και συλλογική Ελευθερία, αντικαθιστώντας το κομμάτι εκείνο του πολιτικού συστήματος (ή το σύνολό του…) που δεν της εμπνέει εμπιστοσύνη;

Η προφανής δυσπιστία προς το πολιτικό σύστημα οφείλει να οδηγήσει σε αντικατάσταση του συστήματος, όχι του… λαού που το δημιούργησε. Οι Έλληνες έχουν αποθησαυρίσει σημαντική πολιτική εμπειρία τις τελευταίες δεκαετίες.

Οι πένητες του Μεσοπολέμου πήγαν «με το χαμόγελο στα χείλη» στην πρώτη γραμμή για να υπερασπιστούν την Πατρίδα τους και ό,τι αυτή σημαίνει. Στη συνέχεια ενεπλάκησαν σε έναν αδελφοκτόνο πόλεμο και είδαν τη σκληρή προσπάθειά τους για οικονομική ανάπτυξη να υπονομεύεται για άλλη μια φορά από την ανωριμότητα και τα επικίνδυνα παίγνια των πολιτικών, τα οποία οδήγησαν στην επτάχρονη δικτατορία.

Και μετά από αυτήν, παρά την ανόθευτη και «πλέρια» Δημοκρατία που εγκαθίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, οι πολίτες εθίστηκαν σε έναν δικαιωματισμό και μια παροχολογία τόσο από το ΠΑΣΟΚ όσο και από τη Νέα Δημοκρατία, με δόλωμα την άκοπη και ραγδαία βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου, καθώς η οικονομία μας μεγεθυνόταν όχι με αύξηση της παραγωγής, αλλά με εκτίναξη των δανεικών.

Κάπως έτσι ήλθε η χρεοκοπία του 2010, τα απανωτά μνημόνια, η καταφυγή στην Αριστερά για μια «υπέρβαση» των δυσκολιών και η μεγάλη απογοήτευση από την περίοδο 2015- 2019. Στο ενδιάμεσο, η συμμετοχή των Ελλήνων στη διαδικασία εκλογής των αντιπροσώπων τους, ολοένα και μειωνόταν. Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, η προσέλευση ήταν μικρότερη από την προηγούμενη και μεγαλύτερη από την επόμενη…

Και σήμερα οι πολίτες αποστρέφονται τους πολιτικούς που οι ίδιοι εκλέγουν, επειδή τους θεωρούν ανίκανους να τους αντιπροσωπεύσουν, την ώρα που οι ίδιοι οι πολίτες μετέχουν κατά το μέρος που τους αναλογεί στη διατήρηση και την επιβίωση του πελατειακού κράτους…

Το πρόβλημα είναι εδώ, ενώπιόν μας. Και η τύχη του θα κριθεί από το εάν και κατά πόσο το σημερινό πολιτικό σύστημα, που απορρίπτεται από τους πολίτες, αποφασίσει ότι είναι καλύτερα να προσαρμοστεί, όπως θα μυρμήγκια, παρά να πεθάνει, όπως οι δεινόσαυροι. Ουσιαστικά, οι πολιτικοί θα πρέπει να ορίσουν και πάλι μια νέα σχέση τους με τους πολίτες, ώστε να διασώσουν την υπόθεση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και, το σημαντικότερο, να δείξουν ότι αυτή μπορεί να αποδώσει, ακόμη και σε βάρος κεκτημένων συμφερόντων. Εάν όχι, οι πολίτες μπορεί να συνεχίσουν να ρωτούν, ποιο είναι το νόημα της ύπαρξης της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Και τότε, στην καλύτερη περίπτωση καιροφυλακτεί ένας Έλληνας Σαλβίνι. Στη χειρότερη, μια εκδοχή του Κασιδιάρη…

Δια.Σ.

Read Previous

Το κόμμα του Λίνκολν, του Άικ και του Ρέιγκαν, γίνεται ο μεταπράτης του παγκόσμιου λαϊκισμού

Read Next

Ποιος φοβάται τον θάνατο;