Γιατί οι πολίτες απορρίπτουν την «απλή και δόλια» αναλογική…

Του Διαμαντή Σεϊτανίδη

Οι επόμενες εθνικές εκλογές θα διεξαχθούν την επόμενη χρονιά, μέσα σε μια θάλασσα κρίσεων: Το ενεργειακό κινδυνεύει να τινάξει στον αέρα την ευρωπαϊκή (άρα και την ελληνική) οικονομία, με τη Ρωσία να το χρησιμοποιεί ως εργαλείο εκβιασμών και πολιτικής επιρροής σε κράτη της γηραιάς ηπείρου. Ο χειμώνας που έρχεται θα είναι περίοδος σκληρής δοκιμασίας για τους Ευρωπαίους -συνεπώς και για μας, τους Έλληνες, που κινδυνεύουμε από μια ακραία πολιτική που δεν αποκλείεται να αποφασίσει ο Πούτιν, είτε να μείνουμε χωρίς φυσικό αέριο από τη Ρωσία είτε να το χρυσοπληρώσουμε…

Ο Ερντογάν δηλητηριάζει την τουρκική κοινωνία με τις λεκτικές του ακρότητες, από κοινού με το επιτελείο και τους κυβερνητικούς του εταίρους κι απειλεί ευθέως την ειρήνη στο Αιγαίο, με απροσδιόριστα αποτελέσματα.

Η Ευρώπη παραμένει απαθής και πιο αργή κι από τη χελώνα στο πώς αντιδρά στις κατακλυσμιαίες αλλαγές του καιρού μας.

Ακραίες πολιτικές δυνάμεις τόσο στη Δεξιά όσο και στην Αριστερά κερδίζουν με τον πρωτόγονο λαϊκισμό τους μεγάλες μάζες απογοητευμένων Ευρωπαίων κι ετοιμάζονται να κυβερνήσουν στις χώρες τους, οι περισσότερες στηριγμένες σε ρωσικά κονδύλια.

Το Μεταναστευτικό εξακολουθεί να λειτουργεί ως βραδυφλεγής βόμβα στα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας, καθώς η εξ Ανατολών γείτων οργανώνει λεφούσια απελπισμένων μεταναστών για είσοδο στην Ευρώπη.

Στην εσωτερική πολιτική σκηνή, κυριαρχεί η εχθροπάθεια, οι παράλληλοι μονόλογοι δηλαδή η ουσιαστική έλλειψη διαλόγου, οι περιχαρακώσεις μέσα στα κομματικά στεγανά, οι διαπρύσιες δηλώσεις περί μη συνεργασίας των πολιτικών κομμάτων με άλλα και η τοξικότητα.

Μέσα σε ένα τέτοιο, εφιαλτικό τοπίο, θα κληθούμε να ψηφίσουμε το 2023 με το σύστημα της «απλής και άδολης» αναλογικής, που στην πραγματικότητα είναι απλή και δόλια.

Και να γιατί:

Κύριο επιχείρημα των οπαδών της είναι η αντίληψη ότι προέχει η πιστή καταγραφή όλων των πολιτικών δυνάμεων και η δυνατότητά τους «να εκφράζονται» στο Κοινοβούλιο. Και γι αυτή την προτεραιότητα, η απλή αναλογική θυσιάζει τον παράγοντα της κυβερνησιμότητας, παρά την κρίσιμη εσωτερική και διεθνή συγκυρία.

Αυτό το επιχείρημα ανατρέπεται εξαιρετικά εύκολα και σε πολλά επίπεδα: Πρώτον, σε μια εποχή που τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η πανσπερμία ενημερωτικών (και «ενημερωτικών) ιστοσελίδων, ραδιοφώνων και τηλεοράσεων έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, ακούγεται εντελώς παράταιρη η «ανάγκη» να εκφράζονται όλες οι πολιτικές δυνάμεις, λες και δεν έχουν τρόπους έκφρασης. Ποιος θα ξεχάσει ότι οι Ανεξάρτητοι Έλληνες δημιουργήθηκαν, στην ουσία, μέσω του facebook; Ποιος παραβλέπει ότι κάθε πολιτικός, εντός κι εκτός Βουλής, έχει δυνατότητα να διαχύσει τον πολιτικό του λόγο και τα επιχειρήματά του; Η αδιαφορία, ενδεχομένως, των πολιτών για το μήνυμα ενός πολιτικού προσώπου, δεν σημαίνει λογοκρισία. Σημαίνει ακριβώς ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ. Το μήνυμα φτάνει στον πολίτη και απορρίπτεται. Είναι απλό!

Η απλή και δόλια αναλογική, όμως, στην πραγματικότητα ούτε αυτή την προτεραιότητα έχει. Διότι ΔΕΝ πρόκειται για έναν εκλογικό νόμο που αναδεικνύει μέσα στη Βουλή, την φωνή των μικρότερων κομμάτων, τα οποία εξ αντικειμένου δεν έχουν τις δυνατότητες των μεγάλων. Εάν η απλή και δόλια αναλογική του κ. Τσίπρα είχε εφαρμοστεί το 2019, θα είχαν αποκλειστεί από το ελληνικό Κοινοβούλιο και από «τη δυνατότητα να εκφράζονται ελεύθερα μέσα στη Βουλή» όπως ψευδεπίγραφα ισχυρίζονται τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ:

  • Η «Πλεύση Ελευθερίας» της Ζωής Κωνσταντοπούλου,
  • Η «Ένωση Κεντρώων» του Βασίλη Λεβέντη,
  • Η «Δημιουργία Ξανά» του Θάνου Τζήμερου,
  • Η «ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η Χρυσή Αυγή και άλλα μικρά κόμματα.

Συνεπώς;

Για ποια «ανάδειξη των φωνών των μικρών κομμάτων στη Βουλή» κάνουν λόγο οι υπέρμαχοι της απλής και δόλιας αναλογικής;

Προφανώς, για να συνεννοούμαστε, το πλαφόν του 3% ορθώς τίθεται για πολλούς λόγους, εθνικούς και άλλους.

Ωστόσο αυτό το πλαφόν επί της ουσίας ακυρώνει πλήρως, κάνει α-νόητο (χωρίς νόημα) το εκλογικό σύστημα που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ και θα ισχύσει στις αμέσως επόμενες βουλευτικές εκλογές, οδηγώντας τη χώρα σε μια περιπέτειας περίπου ενός μηνός ακυβερνησίας.

Εν κατακλείδι, παραμένει μόνο ισχυρό το (αντ-)επιχείρημα της υπερψήφισης αυτού του δόλιου εκλογικού συστήματος, η παρεμπόδιση του κόμματος που εξέρχεται καθαρά πρώτο από τις εθνικές κάλπες με ένα ποσοστό που αγγίζει το 38-40% να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Φυσικά μιλάμε για τη Νέα Δημοκρατία, όπως όλες ανεξαιρέτως οι μετρήσεις της κοινής γνώμης συνομολογούν.

Για να τελειώνουμε -ελπίζω- μια και καλή με την δήθεν «άδολη», στην πραγματικότητα όμως εξαιρετικά δόλια, απλή αναλογική…

Read Previous

Ο Πούτιν αποκαθιστά τον Στάλιν- Η “αγιογραφία” του Καγκανόβιτς

Read Next

Ιδεολογία ή ρεαλισμός, το υπαρξιακό δίλημμα της Αριστεράς- Το παράδειγμα της Φινλανδίας