Ποιοι γεννούν τη διχαστική πόλωση;

του Χρήστου Γκιάτα

Σε κάθε αγώνα εξουσίας, οι πολιτικοί μονομάχοι επιχειρούν να πλέξουν επικοινωνιακές παγίδες στους αντιπάλους τους. Ως έναν βαθμό, η τακτική τούτη είναι υγιής, καθώς η πολιτική θεωρείται κατ’ εξοχήν πεδίο ανταγωνισμού. Εξ’ ου και τα μιντιακά συγκροτήματα έχουν μετατραπεί σε βαρύτιμη λεία, ποικίλων «κυνηγών» του επιχειρηματικού παραγοντισμού. 

Ωστόσο στις μετανεωτερικές μας ημέρες, όπου η δεοντολογία αποτελεί φθαρμένο εγχειρίδιο των αφελών, η πολιτική επικοινωνία ποτίζει συνεχώς το δημόσιο βίο με φαρμακερό δηλητήριο· σε σημείο δε, που προκαλεί τρομώδη σχίσματα. Τα δυτικά πολιτικά ήθη έχουν προ πολλού διαβεί τον Ρουβίκωνα με τους κανόνες της αντιπαράθεσης να εξελίσσονται ταχέως σε ανοιχτό «πόλεμο» χαρακωμάτων.

Πως γεννιέται όμως τόσο διχαστική πόλωση;

Παταγώδει τω ρυθμώ, οι συστημικές δυνάμεις σε Ευρώπη και Αμερική υφίστανται αλλεπάλληλα εκλογικά εμφράγματα. Το νέο-φιλελεύθερο consensus, το δεσπόζον πολιτικό σύστημα την επαύριον του Ψυχρού Πολέμου, το οποίο ρούφηξε την παραδοσιακή Κεντροδεξιά και μετάλλαξε την παλαιά Σοσιαλδημοκρατία, πλέον κατακρημνίζεται στη λαϊκή συνείδηση· με αποτέλεσμα άλλοτε περιθωριακές φιγούρες, άλλοτε ακροδεξιά μορφώματα, να εκτινάσσονται στον πολιτικό ουρανό σαν ορμητικοί πίδακες.

Οι ήδη χαλαροί κομματικοί χώροι διχοτομούνται πολλαπλά, εφόσον οι κοινωνικές πλάκες μετακινούνται προς αντισυμβατικά σχήματα, σφοδρούς κατήγορους της γκλομπαλιστικής κοσμοθέασης. Πλατιές μάζες ξιφουλκούν κατά της διαλυτικής παγκοσμιοποίησης, συν των αμετακίνητων κορυφών της. Εκ φύσεως, η καταγγελία, ίσως υπερβολική, υβριστική πολλάκις και δριμεία, πλειοδοτεί την προβληματική του αντισυστημικού ρεύματος και αιματοδοτεί την εκλογική σάρκα του.

Όσο ο αντισυστημικός σεισμός γκρεμίζει τα μεταμοντέρνα φράγματα, με τις απανωτές δονήσεις του,  ξεχειλίζοντας την κοινωνική δυσαρέσκεια, τόσο οι κατεστημένοι «εργολάβοι» προσπαθούν κακήν κακώς να μπαζώσουν τις βαθιές ρωγμές. Έτσι, ρίχνουν τον ιδεολογικό ασβέστη του αναθεματισμού. Προχωρούν δηλαδή, όχι σε προσεκτική ακρόαση των μαζών, αλλά σε αλαζονικά κηρύγματα εν ονόματι του ορθολογισμού.

Αντί λοιπόν η άρχουσα ελίτ – η δήθεν νουνεχής και νηφάλια – να ανακρούσει πρύμναν έναντι των δογμάτων της, ναρκοθετεί το δημόσιο λόγο με εκρηκτικές ζώνες, επιθετικού και λιβελογραφικού λεξιλογίου. Μέσω της μιντιακής ηγεμονίας κατασκευάζει μια γλωσσική ατμόσφαιρα πολιτικών δαιμόνων, τους οποίους τάχα απελευθέρωσε το δημοκρατικό «λυχνάρι». Και αμέσως ξεκινάει τον λιθοβολισμό.

Τοιούτω τω τρόπω, κυριαρχεί ένα τραγικό παράδοξο, σύμφωνα με το οποίο δημοκρατικές(λαοφιλείς – πλειοψηφικές) αιρέσεις, αφορίζονται στο πυρ το εξώτερον από «αλάθητους» ιεροεξεταστές του «ορθολογισμού» ως εκτρώματα του «λαϊκίστικού» κολαστηρίου. Δια ευρηματικών ρητορικών σχημάτων, οι υπέρμαχοι της παγκοσμιοποίησης, εισάγουν έναν άκρως ιδεολογικοποιημένο κώδικα, συναισθηματικά δακρύβρεχτο, που ορίζει ως απόλυτο εχθρό την οποιαδήποτε αμφισβήτηση από όπου και αν πηγάζει. Διατάσσει ατενώς την ηθικοπολιτική της εκτέλεση.

Αν και μεταμφιεσμένη, πρόκειται περί επικοινωνιακής σταυροφορίας, που μαστιγώνει αδυσώπητα τον αντίλογο. Κατασκευάζει την ασφυκτική φυλακή της «ενιαίας σκέψης» – εκ των άνω – η οποία ως βούρδουλας πια κοινωνικού ελέγχου, αποβλέπει στην εξημέρωση των αντιδράσεων. Καμαρώνει ότι θα επιβάλλει τον εγκλεισμό ή τον αποκλεισμό. Μέγα σφάλμα. Οι πλειοψηφίες δεν ανακτώνται τόσο εμπαικτικά.

Ipso facto το «φιλελεύθερο» μέτωπο ταμπουρώνει το επικοινωνιακό περιβάλλον σε πολεμικό καθεστώς, εξαπολύοντας σαρωτικούς ηθικοπλαστικούς «βομβαρδισμούς». Ενεργεί όπως ένα αιφνιδιασμένο στρατόπεδο την στιγμή εχθρικής εφόδου· μόνο που οι οβίδες του σκαιού αφορισμού παθαίνουν αφλογιστία όταν ρίπτονται σε δυσαρεστημένες πλειοψηφίες, όπου μάλιστα οι νεοφιλελεύθεροι «συνταγματάρχες» τις μεταχειρίζονται σαν πολιορκητικό κριό των ουτοπιών τους. 

Αλλά, ας είμαστε ειλικρινείς, η εν λόγω επικοινωνιακή οπερέτα – της υστερίας –ανεβαίνει στα μιντιακά σανίδια, εκ προμελέτης· διότι η «ορθολογική» ελίτ αρνείται πεισματικά, ανυποχώρητα, σχεδόν αυταρχικά, να αποσύρει το πικρό ποτήριον που σερβίρει στα εθνικά χείλη. Εκείνη γίνεται η πιο γενναιόδωρη προμηθευτής της αντισυστημικής αγανάκτησης και του ιδεολογικού ριζοσπαστισμού.

Με άλλες λέξεις, η ελίτ γεννά τις ακρότητες. Οι οβίδες του αφορισμού είναι κορώνες επιβράβευσης.

Πολιτικός Επιστήμονας ΕΚΠΑ. Μεταπτυχιακό Γεωπολιτικής ΕΚΠΑ

Read Previous

Είναι εφικτή μια ευρωπαϊκή συμφωνία για το ενεργειακό πρόβλημα;

Read Next

Θαρραλέοι και θρασύδειλοι