Το ανώτατο αγαθό του Αριστοτέλη

του Χριστόφορου Πισσαρίδη

Στα “Ηθικά Νικοµάχεια”, ο Αριστοτέλης όρισε την “ευδαιµονία” ως το υψηλότερο ανθρώπινο αγαθό. Πρόσφατα, πολλοί οικονοµολόγοι στρέφονται στις συγγενείς έννοιες της “υποκειµενικής ευηµερίας” (subjective well-being) και της “άνθησης” (flourishing), ως τα ανθρώπινα αγαθά τα οποία θα πρέπει να αποτελούν στόχο πολιτικής στις σύγχρονες οικονοµίες. Πιστεύω ότι, σε µεγάλο βαθµό, η τεχνολογία σήµερα µπορεί να µας δώσει τα αγαθά αυτά. Κατά την τελευταία εκατονταετία έχουµε προχωρήσει σε τέτοιο βαθµό στην τεχνολογία και στην κατανόηση των οικονοµικών θεσµών, που µας επιτρέπει να χρησιµοποιήσουµε τις γνώσεις αυτές για να αυξηθεί η ευηµερία όλης της ανθρωπότητας: η ευδαιµονία είναι προσβάσιµη για όλους. Είναι, όµως; Ποια είναι η πραγµατικότητα;

Οι εµπειρίες της Σοβιετικής Ένωσης, της Κίνας υπό την ηγεσία του Προέδρου Μάο Τσετούνγκ και η τρέχουσα αντίθεση ανάµεσα στη Βόρεια και τη Νότια Κορέα έχουν καταστήσει σαφές πως, αν υπάρχει κάποια ελπίδα για τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας για την αύξηση της ευηµερίας, τότε αυτή εδράζεται στην οργάνωση της παραγωγής υπό τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς.

Όµως, από τις έρευνες πάνω στην υποκειµενική ευτυχία, µαθαίνουµε επίσης πως οι πολίτες των πλούσιων καπιταλιστικών χωρών δεν είναι απαραίτητα πιο ικανοποιηµένοι από τη ζωή τους από τους πολίτες φτωχότερων χωρών. Φυσικά, αυτό ισχύει εντός κάποιων ορίων. Οι πολίτες των εξαιρετικά φτωχών χωρών είναι εξαιρετικά δυστυχείς. Ένα συµπέρασµα που µπορεί να εξαχθεί από τις έρευνες αυτές είναι ότι οι πολίτες προτιµούν χώρες όπου υπάρχει καλή κοινωνική υποστήριξη για τα µη προνοµιούχα τµήµατα του πληθυσµού και όπου οι κυβερνήσεις καταπολεµούν αποτελεσµατικά τη φτώχεια και τη διαφθορά. Στο πιο πρόσφατο “World Happiness Report”, πέντε από τις δέκα πρώτες θέσεις στην κατάταξη υποκειµενικής ευτυχίας καταλαµβάνονται από τις Σκανδιναβικές χώρες. Κι όµως, στον πλανήτη, αυτές οι δοµές αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.

Αν δεν υπάρξει κάποια παρέµβαση, η ελεύθερη οικονοµία της αγοράς δεν θα µας δώσει το “υψηλότερο ανθρώπινο αγαθό”. Οι κοινωνίες έχουν επιλογή για τον τύπο της οικονοµικής οργάνωσης που επιλέγουν. Οι διαµορφωτές της πολιτικής είναι ανάγκη να κατευθύνουν τις προσπάθειές τους προς µια κοινωνικά συµπεριληπτική και βιώσιµη ανάπτυξη, µε δουλειές καλής ποιότητας, τις οποίες οι κάτοχοί τους να απολαµβάνουν, και να µη βασίζονται αποκλειστικά στην ελεύθερη αγορά για τη δηµιουργία τους.

Ας πάρουµε ως παράδειγµα την πλουσιότερη και πιο ανεπτυγµένη τεχνολογικά χώρα, τις Ηνωµένες Πολιτείες της Αµερικής, η οποία έχει επίσης τις πιο ελεύθερες αγορές στον κόσµο. Σύµφωνα µε τα επίσηµα στοιχεία, από το 1970 έως και σήµερα το ποσοστό των ατόµων που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας κυµαίνεται σταθερά µεταξύ 10% και 15% του πληθυσµού. Δεν πέφτει. Το ποσοστό των ατόµων που ζουν σε κατάσταση “ακραίας φτώχειας” –το οποίο ορίζεται ως το εισόδηµα που δεν ξεπερνά το µισό του ορίου της φτώχειας (περίπου 11.000 δολάρια)– είναι 6,7%, το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί από το 1975, όταν ξεκίνησαν να συλλέγονται δεδοµένα. Έκτοτε, από το 1970 έως σήµερα, το κατά κεφαλήν εισόδηµα της χώρας έχει πολλαπλασιαστεί κατά 2,5 φορές. Όµως οι µισθοί των ατόµων µε χαµηλά εισοδήµατα έχουν αυξηθεί ελάχιστα, όχι παραπάνω από 20%.

Ο καθηγητής Angus Deaton έχει ασχοληθεί εκτενώς µε την απελπισία πολλών Αµερικανών που δεν µπορούν να βρουν καλή δουλειά. Βασικός λόγος είναι η αποτυχία των µισθών να συµβαδίσουν µε την οικονοµική µεγέθυνση των πενήντα τελευταίων ετών. Τα άτοµα αυτά στρέφονται στα οπιοειδή και σε άλλα ναρκωτικά, νόµιµα και µη, προκαλώντας πτώση του προσδόκιµου ζωής. Μαζί µε τη Ρωσία, η Αµερική είναι η µόνη ανεπτυγµένη χώρα στην οποία το µέσο προσδόκιµο ζωής έχει πέσει τα τελευταία χρόνια.

Ή να πάρουµε ως παράδειγµα µια άλλη τεχνολογική καινοτοµία των τελευταίων τριάντα ετών: αυτήν που βιώνεται και χρησιµοποιείται συστηµατικά από παραπάνω άτοµα από ό,τι κάθε άλλη, τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είναι εξαιρετικά πολύτιµα ως πηγές πληροφόρησης και επικοινωνίας και έχουν φτάσει στα χέρια τµηµάτων του πληθυσµού που στο παρελθόν ήταν αποκλεισµένα από την κοινωνία. Όµως, αντί να προωθούν τη δηµοκρατία και τις ατοµικές ελευθερίες, όπως οι δηµιουργοί τους ήλπιζαν, σύντοµα έγιναν εργαλεία παρακολούθησης, πηγές ψευδών ειδήσεων και αποθήκες γιγαντιαίου όγκου προσωπικών δεδοµένων που µπορούν και έχουν χρησιµοποιηθεί σε βάρος των χρηστών.

Η περιβαλλοντική παρακµή είναι ακόµα µία συνέπεια των οικονοµικών της ελεύθερης αγοράς. Πολλοί επιστήµονες έχουν πειστικά επιχειρηµατολογήσει πως οι ανεξέλεγκτες οικονοµίες της αγοράς προκαλούν την υπερθέρµανση του πλανήτη και αυξάνουν το ρίσκο για φυσικές καταστροφές. Οι δύο µεγαλύτερες οικονοµίες του κόσµου, οι ΗΠΑ και η Κίνα, είναι επίσης οι µεγαλύτεροι ρυπαίνοντες. Τα κύµατα καύσωνα που έγιναν αισθητά στην Ευρώπη το τελευταίο καλοκαίρι είναι απλώς ένα δείγµα τού τι έχουµε µπροστά µας.

Αυτές οι ανεπιθύµητες καταστάσεις µπορούν να αποτραπούν αν εµείς –κυβερνήσεις, επιχειρήσεις, και ιδιώτες– χρησιµοποιήσουµε µε σύνεση τις επιλογές που έχουµε σχετικά µε τις νέες τεχνολογίες, προς όφελος όλων. Η τεχνολογία µπορεί να χρησιµοποιηθεί ως συµπλήρωµα της ανθρώπινης εργασίας, βελτιώνοντας τις διαθέσιµες επιλογές των ατόµων µε χαµηλά εισοδήµατα. Η φτώχεια πρέπει να καταπολεµηθεί µέσω της δηµιουργίας καλών θέσεων εργασίας για τους οικονοµικά αδύναµους και όχι µέσω απεριόριστων χρηµατικών παροχών από πλευράς της κυβέρνησης. Οι εταιρείες καλό θα ήταν να αντιµετωπίζουν τους εργαζοµένους τους ως συνεταίρους και όχι ως έναν αριθµό στον ισολογισµό τους. Και οι κυβερνήσεις πρέπει να υποστηρίξουν τη µετάβαση των εργαζοµένων σε καλύτερη εκπαίδευση και εξειδίκευση και, κατ’ επέκταση, σε καλύτερες δουλειές.

Η προσπάθεια για τους στόχους αυτούς ίσως και να µη µας δώσει την ταχύτερη δυνατή οικονοµική µεγέθυνση βραχυπρόθεσµα, όµως θα µας εξασφαλίσει µια πραγµατικότητα όπου θα ζούµε και θα εργαζόµαστε σε περισσότερο ευηµερούσες και υποκειµενικά ευτυχείς κοινότητες. Η σηµασία του ΑΕΠ για τις έρευνες που µετράνε τα επίπεδα υποκειµενικής ευηµερίας µειώνεται και αυτό συµβαίνει για καλό λόγο. Η παρούσα κατάσταση στις χώρες που εκλαµβάνονται ως ηγέτες του ελεύθερου κόσµου δεν είναι ικανοποιητική. Πρέπει να γίνεται περισσότερη δηµόσια συζήτηση για την κατεύθυνση που παίρνει η τεχνολογία και να εµπλακούµε ουσιαστικότερα στην πολιτική εποπτεία της, προκειµένου να µας οδηγήσει στην επίτευξη του ανώτατου αγαθού του Αριστοτέλη.

Ο Χριστόφορος Πισσαρίδης είναι ο Regius Professor of Economics στο London School of Economics, ο Καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήµιο Κύπρου και ο Πρόεδρος του Institute for the Future of Work. Το 2010 τιµήθηκε µε το βραβείο Νόµπελ Οικονοµικών και το 2013 µε τον τίτλο Σερ από τη Βασίλισσα Ελισάβετ. Το άρθρο φιλοξενήθηκε στο capital.gr

Read Previous

Στην Ουκρανία σκάβουν το λάκκο της Ευρώπης

Read Next

Χαώδες έλλειμμα ηγεσίας στη Δύση – Τι κοστίζει η μη στήριξη της Ουκρανίας