Χαώδες έλλειμμα ηγεσίας στη Δύση – Τι κοστίζει η μη στήριξη της Ουκρανίας

του Πίτερ Χέκστρα (*)

Είναι πράγματι εξαιρετικά δύσκολο να μάθουμε -αν ποτέ μάθουμε…- τι είναι αυτό που θα μπορούσε να ωθήσει τον Βλαντιμίρ Πούτιν να κάνει χρήση των πυρηνικών του όπλων. Σκοπός των Ηνωμένων Πολιτειών πρέπει να είναι να τον αποτρέψουν από μια τέτοια κίνηση: Να κάνουν δηλαδή το πιθανό κόστος για αυτόν τόσο μεγάλο, που θα ήταν αυτοκ τονικό ακόμα και να προσπαθήσει να κάνει χρήση.

Η πιο ξεκάθαρη και ευπρόσδεκτη δήλωση έγινε από τον ίδιο τον Μπάιντεν τον περασμένο Μάρτιο, όταν επισήμως ξεκαθάρισε: «Για όνομα του Θεού, αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να παραμείνει στην εξουσία».

Ο Μπάιντεν είναι αρκετά μεγάλος σε ηλικία, οπότε θυμάται ότι «ό,τι συμβαίνει στη Σουδητία δεν μένει στη Σουδητία». Πρόκειται για μια φράση που δείχνει την αόρατη σκοπιά των πραγμάτων και παίρνει ως παράδειγμα τον τρόπο εξάπλωσης της ναζιστικής Γερμανίας στην Ευρώπη. Εάν επιτραπεί στον Πούτιν να καταλάβει την Ουκρανία, η Ρωσία (και αναμφίβολα όλα τα άλλα έθνη που θέλουν να επιτεθούν σε γειτονικές τους χώρες που περιμένουν στην ουρά: Κίνα, Ιράν, Τουρκία, Βόρεια Κορέα) θα πάρουν θάρρος και ίσως ξεκινήσουν μια ανάλογη εισβολή στους γείτονές τους. Ο Πούτιν θα μπορούσε να κινηθεί περαιτέρω για να καταλάβει τη Μολδαβία, την Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής, κι αυτά μόνο για αρχή. Η Τουρκία θα μπορούσε να κινηθεί προς την Ελλάδα και τη νότια Κύπρο, και η Κίνα σίγουρα θα κινηθεί στρατιωτικά προς το παγκόσμιο κέντρο υπολογιστών, την Ταϊβάν.

Από την αρχή ο Μπάιντεν, ουσιαστικά απέκλεισε την ικανότητα της Αμερικής να παράγει και να εξάγει πετρέλαιο, δημιουργώντας έτσι αμέσως μια οξεία έλλειψη ενέργειας παγκοσμίως. Ο Πούτιν δεν μπορούσε να ονειρευτεί μεγαλύτερο δώρο. Αμέσως, η τιμή του πετρελαίου τριπλασιάστηκε, από περίπου 40 δολάρια σε 112 δολάρια. Η Ρωσία έβγαζε ένα δισεκατομμύριο δολάρια την ημέρα ή 360 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Ο Μπάιντεν, με μια κίνηση της πένας του, είχε μόλις χρηματοδοτήσει ολόκληρο τον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας ακόμη και πριν παραχωρήσει στον Πούτιν τη χρήση του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2 στην Ευρώπη, εξασφαλίζοντας έτσι στη Ρωσία τη δυνατότητα να κρατήσει την Ευρώπη όμηρο τον χειμώνα.

Στην Ευρώπη, ενώ υπάρχει ισχυρή υποστήριξη για την Ουκρανία και την ένταξή της στην ΕΕ, υπάρχουν έντονες διαφωνίες, κυρίως λόγω των φόβων που δημιουργούνται από το γεγονός ότι ο Μπάιντεν, από την πρώτη μέρα του πολέμου, απέκλεισε ουσιαστικά την δυνατότητα της Αμερικής να παράγει και να εξάγει πετρέλαιο, δημιουργώντας έτσι έντονη έλλειψη ενέργειας παγκοσμίως. Ο Πούτιν δεν μπορούσε να ονειρευτεί μεγαλύτερο δώρο. Αμέσως, η τιμή του πετρελαίου τριπλασιάστηκε, από περίπου 40 δολάρια σε 112. Η Ρωσία έβγαζε ένα δισεκατομμύριο δολάρια την ημέρα ή 360 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Ο Μπάιντεν, με μια κίνηση της πένας του, είχε χρηματοδοτήσει ολόκληρο τον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας ακόμη και πριν παραχωρήσει στον Πούτιν τη χρήση του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2 στην Ευρώπη, εξασφαλίζοντας έτσι στη Ρωσία τη δυνατότητα να κρατήσει την Ευρώπη όμηρο τον προσεχή, πολύ δύσκολο χειμώνα.

Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με μια άλλη δημοσκόπηση, το 35% των ανθρώπων που συμμετείχαν στο δείγμα από 10 χώρες, επιθυμούσαν ειρήνη το συντομότερο δυνατό, ενώ μόνο το 22% ήθελε δικαιοσύνη. Το τελευταίο σημαίνει ότι η Ρωσία λογοδοτεί και αποκαθιστά την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας.

Το πρόβλημα με αυτή την απάντηση (που επιθυμεί να απομονώσει την Αμερική για να αποφύγει την αποκατάσταση της ακεραιότητας της Ουκρανίας) είναι ότι είναι ακριβώς η ίδια άποψη που, το 1938, οδήγησε τον Βρετανό πρωθυπουργό νέβιλ Τσάμπερλαιν να πανηγυρίζει πάνω από ένα κομμάτι χαρτί και να ισχυρίζεται ανακριβώς «ειρήνη για την εποχή μας» την οποία, δήθεν, συνυπέγραψε με τον Χίτλερ. Ο Τσάμπερλαιν προφανώς είδε ότι οι Βρετανοί ψηφοφόροι του δεν ήθελαν πόλεμο, γι’ αυτό προσπάθησε να τους δώσει αυτό που ήθελαν. Αυτό, βέβαια, δεν είναι ηγεσία, είναι το παράδειγμα ενός πολιτικού -ουραγού.

Οι άνθρωποι σε ακμάζουσες δημοκρατίες συνήθως δεν θέλουν πόλεμο. Σχεδόν ποτέ. Μπορούν να αντιληφθούν ότι απολαμβάνουν ελεύθερη και απολαυστική ζωή, και αυτές τις κατακτήσεις τους, θέλουν να τις διατηρήσουν. Όλοι θα θέλαμε την ειρήνη, να μας προσφέρεται σε μια πιατέλα. Δυστυχώς, αυτή δεν είναι πάντα η διαθέσιμη επιλογή, ιδιαίτερα προσπαθώντας να προβλέψουμε αυτό που επέρχεται. Πόσο λιγότερο δαπανηρό θα ήταν σε αίμα και χρήμα, να έχει σταματήσει ο Χίτλερ προτού διασχίσει τον Ρήνο. Η -σχεδόν πάντα άνευ όρων- παράδοση παραμένει, δυνητικά, μια επιλογή, αλλά συνήθως όχι αυτή που οδηγεί στην ευτυχία.

Οι ΗΠΑ και η ΕΕ πρέπει να θέσουν σε εφαρμογή κατά τρόπο επιτακτικό σχέδια για την αντιμετώπιση της απειλής της επιβράδυνσης των οικονομιών τους με μικρότερη ή και καθόλου ανάπτυξη, υψηλό πληθωρισμό (μπορεί να υπάρξει διακοπή των κρατικών δαπανών) αύξηση των τιμών της ενέργειας (ανοίγουμε ξανά τα πετρελαιοειδή) και πιθανές ελλείψεις… ταυτόχρονα με την εκπαίδευση του κοινού για τις ακόμη χειρότερες συνέπειες της μη στήριξης της Ουκρανίας.

Σκοπός της Δύσης πρέπει να είναι να φοβηθεί ο Πούτιν, όχι οι Αμερικανοί.

Οι ηγέτες και των δύο πολιτικών κομμάτων των ΗΠΑ πρέπει να διατυπώσουν ξεκάθαρα το αμερικανικό στρατηγικό συμφέρον για την Ουκρανία, όπου μια ήττα της Δύσης θα μπορούσε να σημάνει την αρχή του τέλους της Ευρώπης, και να κάνουν τον Πούτιν να αντιληφθεί ή έστω να υποψιαστεί ποιες μπορεί να είναι οι αντιδράσεις των ΗΠΑ σε οποιαδήποτε εκ μέρους του δυσάρεστη κλιμάκωση. Το ίδιο είναι ανάγκη να γίνει και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και στις χώρες του ΝΑΤΟ.

Οι ηγέτες, πρέπει επίσης να εξηγήσουν πώς θα αντιμετωπίσουν τις τρέχουσες εσωτερικές οικονομικές κρίσεις, τη συνεχή υποστήριξή τους στην Ουκρανία, την ήττα του Πούτιν και την αποτροπή περαιτέρω επιθετικότητας από τη Ρωσία, την Κίνα, την Τουρκία, τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν. Χωρίς να λύσουν αυτά τα ζητήματα, δεν κάνουν τίποτα λιγότερο από το να θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο τη μακροπρόθεσμη εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και της Δύσης.

(*) πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ολλανδία κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Τραμπ. Υπηρέτησε για 18 χρόνια στη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ εκπροσωπώντας την περιφέρεια του Μίσιγκαν και υπηρέτησε ως Πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Βουλής των Αντιπροσώπων. Σήμερα είναι Πρόεδρος του Συμβουλίου Συμβούλων του Κέντρου Πολιτικής Ασφαλείας και διακεκριμένος ανώτερος συνεργάτης στο Ινστιτούτο Gatestone.

Read Previous

Το ανώτατο αγαθό του Αριστοτέλη

Read Next

“Μυρίσαι το άριστον” από τον “Μικρό Ναυτίλο” του Ελύτη