Γιατί το ελληνοτουρκικό πρόβλημα είναι πιο δύσκολο από κάθε άλλη διαφορά στη Μεσόγειο

Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, οι ελληνοτουρκικές διαμάχες σε όλο το μήκος -και το ύψος…- των συνόρων, με μόνη παραδεκτή κι από τους δυο την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, είναι ένα πρόβλημα πολύ πιο δύσκολο να επιλυθεί, από την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωών μεταξύ δυο εμπολέμων κρατών, που το ένα δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη του άλλου, όπως συνέβη με την πρόσφατη συμφωνία για τη συνεκμετάλλευση των θαλασσίων κοιτασμάτων μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου.

Οι ελληνοτουρκικές διαφορές στην πραγματικότητα ποτέ δεν εξέλιπαν, μετά την ανακήρυξη του ελληνικού κράτους το 1830 και του νεότερου τουρκικού κράτους το 1923. Στο μεγαλύτερο διάστημα οι διαφορές αυτές «πάγωναν», αλλά πάντα τροφοδοτούνταν με εξάρσεις επώδυνες. Κορυφαία πράξη στο κεφάλαιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων ήταν η διπλή επέμβαση των δυνάμεων του Αττίλα το καλοκαίρι του 1974 στην Κύπρο και η έκτοτε παράνομη κατοχή του ενός τρίτου, περίπου της κυπριακής μεγαλονήσου.

Οι διαφωνίες Ελλάδας και Τουρκίας επικεντρώνονται κυρίως σε τρία ζητήματα: 1) Για τα όρια των ελληνικών χωρικών υδάτων -την δέχονται κι οι δυο χώρες- αλλά και την κυριαρχία ορισμένων νησιών ή νησιών στο Αιγαίο Πέλαγος που μονομερώς θέτει η Τουρκία 2) Το ζήτημα των αποκλειστικών οικονομικών ζωνών (ΑΟΖ) των δύο χωρών στην Ανατολική Μεσόγειο και 3) τον ανεπίλυτο χαρακτήρα της κυπριακής κρίσης.

Επειδή αυτές οι διαφορές συνδέονται με τις αντικρουόμενες προβολές των δύο χωρών για την εθνική κυριαρχία καθεμιάς, οι παραχωρήσεις και οι συμβιβασμοί που θα ήταν απαραίτητοι για την επίλυσή τους είναι εγγενώς δύσκολες και πολιτικά δαπανηρές. Σε τι να συμβιβαστεί η Ελλάδα, αφού δεν διεκδικεί τίποτα παρά μόνο την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου;

Επιπλέον, οι δύο πλευρές δεν φαίνεται να συμφωνούν σε ένα πλαίσιο για την αντιμετώπιση των διαφορών: η Ελλάδα ευνοεί την επιλογή της διεθνούς διαιτησίας, ενώ η Τουρκία προτιμά τις διμερείς διαπραγματεύσεις. Ακόμα, όπως προαναφέρθηκε, η Αθήνα επιδιώκει προσφυγή σε διεθνές διαιτητικό σε ένα πιο συγκεκριμένο και περιορισμένο σύνολο θεμάτων, ενώ η Άγκυρα θέλει να θέσει ένα ευρύτερο φάσμα θεμάτων στο τραπέζι.

Στις μέρες μας το το σκηνικό επιδεινώθηκε, καθώς οι παραδοσιακές πηγές τριβών μεταξύ Τουρκίας, Ελλάδας και Κύπρου συνδυάζονται τώρα με ένα σύνολο αλληλένδετων γεωπολιτικών εντάσεων και ενεργειακών διαφορών στην ανατολική Μεσόγειο μεταξύ της Τουρκίας και μιας ομάδας χωρών, όπως η Γαλλία, η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ). Ως εκ τούτου, όχι μόνο έχει αυξηθεί ο αριθμός των χωρών που εμπλέκονται στην κρίση, αλλά και το εύρος της έχει διευρυνθεί με νέα θέματα προς επίλυση, συμπεριλαμβανομένων των πρόσφατων ενεργειακών ανακαλύψεων στην ανατολική Μεσόγειο και του διαρκώς αυξανόμενου κινδύνου αποσταθεροποίησης στην ευρύτερη περιοχή που προέρχεται από την παρατεινόμενη λιβυκή περιπέτεια. Αυτά τα ζητήματα, με τη σειρά τους, έχουν αλλάξει ποιοτικά τη φύση της κρίσης.

Τα τρία μεγάλα ερωτήματα

Μια τέτοια τροπή των γεγονότων στην ανατολική Μεσόγειο εγείρει τρία αλληλένδετα ερωτήματα: Πρώτον, δεδομένης της παλαιότητας των ελληνοτουρκικών διαφορών στη θάλασσα, γιατί η κρίση έχει ενταθεί πρόσφατα; Δεύτερον, πώς εξελίχθηκε η κρίση, με τις διμερείς ελληνοτουρκικές διαμάχες να μεταμορφώνονται σε κρίση της ανατολικής Μεσογείου με πολλούς παράγοντες; Και τρίτον, γιατί η κρίση είναι πιο επικίνδυνη αυτή τη φορά;

Ας επιχειρήσουμε κάποιες απαντήσεις: Η κρίση έχει επιδεινωθεί και περιπλέκεται από δύο ξεχωριστές γεωπολιτικές εξελίξεις, δηλαδή την αυξημένη σημασία της περιοχής από ενεργειακής απόψεως και τη σύγκρουση στη Λιβύη. Υπογραμμίζεται επίσης ότι αυτή η κρίση είναι πιο επικίνδυνη από προηγούμενες διαμάχες εν μέρει λόγω δύο συστημικών αλλαγών: 1) του κενού ισχύος που δημιουργήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες μειώνοντας τον περιφερειακό τους ρόλο στην ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. και 2) την ουσιαστική ακύρωση της προοπτικής ή με κάποιο τρόπο σύνδεσης της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Το κενό που αφήνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες έχει πυροδοτήσει έναν αγώνα για δύναμη και επιρροή στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή που θα πρέπει να χρησιμεύσει ως αφύπνιση για την ΕΕ να παίξει μεγαλύτερο ρόλο στην αποκλιμάκωση της κρίσης, αφού πρώτα, φυσικά, λύσει τα εσωτερικά της προβλήματα για την προστασία των καταναλωτών της από την ανεξέλεγκτη αύξηση των τιμών ενέργειας.

Ο ρόλος των ΗΠΑ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν βλέπουν πλέον την νοτιοανατολική Ευρώπη ως μια περιοχή με υψηλή στρατηγική αξία. Αν και ο Τραμπ ήταν υπεύθυνος για πολλές κακοσχεδιασμένες πολιτικές αποφάσεις, η μερική αποχώρηση των ΗΠΑ από την περιοχή ξεκίνησε στην πραγματικότητα από την εποχή Ομπάμα. Η κυβέρνηση Μπάιντεν είναι απίθανο να αναστρέψει αυτή την τάση και δεν το έχει κάνει, άλλωστε. Σε μια εποχή μειωμένου ενδιαφέροντος και συνεπώς, παρέμβασης των ΗΠΑ, εναπόκειται στους Ευρωπαίους να αποτρέψουν το ενδεχόμενο η κρίση στην ανατολική Μεσόγειο να ξεφύγει από τον έλεγχο. Τελικά, δεν πρόκειται μόνο για κρίση σε μια ευαίσθητη περιοχή της Ευρώπης, αλλά και για δοκιμασία της ευρωπαϊκής ενότητας, δεδομένης της εμπλοκής στα τεκταινόμενα της περιοχής, τριών κρατών μελών της ΕΕ, δηλαδή της Ελλάδας, της Κύπρου και της Γαλλίας.

Η τέταρτη χώρα που εμπλέκεται στην περιοχή, αν και εμφανίζεται με τη μορφή του μεσολαβητή, είναι η Γερμανία. Ωστόσο, οι μελλοντικές προοπτικές αυτών των προσπαθειών θα εξαρτηθούν πολλά πράγματα: από τη σωστή ανάγνωση της συγκυρίας και των πραγματικών δυνατοτήτων της, αλλά κι από την υπομονή, τη δέσμευση και τις ευφάνταστες πολιτικές απαντήσεις κάθε εμπλεκόμενου σε αυτό τον Γόρδιο Δεσμό, που όμως είναι αδύνατο να κοπεί: Πρέπει να λυθεί!…

Ο πυρήνας της κρίσης είναι οι πολυεπίπεδες θαλάσσιες διαφορές μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου, που εκκινούν από την άρνηση της Τουρκίας να δεχθεί ως πλαίσιο επίλυσης των συγκεκριμένων αυτών διαφορών, το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Παράλληλα, οι σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας εκτυλίσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο του ευρωπαϊκού πλαισίου. Για να κατανοήσει και ο τελευταίος ενδιαφερόμενος την πηγή της αστάθειας και της κρίσης, αρκεί απλώς θα θυμηθεί ότι όλα αυτά είχαν υποχωρήσει έως εξαφανίσεως, σε δυο περιόδους: Στα τέλη της δεκαετίας του 90 και στη δεκαετία του 2000, όταν δηλαδή η προοπτική σύνδεσης της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά.  

Αυτός ήταν ο πρωταρχικός λόγος για την ισχυρή υποστήριξη της τουρκικής κυβέρνησης στο σχέδιο των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) που τέθηκε σε δημοψήφισμα στην Κύπρο το 2004 για την ενοποίηση του νησιού. Ωστόσο, η ενταξιακή διαδικασία και οι φιλοδοξίες της Τουρκίας σγια σύνδεσή της με την ΕΕ έχουν σταματήσει εδώ και καιρό, γεγονός που με τη σειρά του έχει επιδεινώσει τις τουρκικές σχέσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο.

Συνεπώς, η ευρωπαϊκή διαμεσολάβηση (με τη Γερμανία επισπεύδουσα) θα πρέπει πρώτα να αποσκοπεί στην αποκλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας με ένα προσωρινό μορατόριουμ για την εξερεύνηση ενέργειας στα αμφισβητούμενα ύδατα. Επιπλέον, υπάρχει ανάγκη η Γερμανία και η Γαλλία να βρουν κοινό έδαφος στις πολιτικές τους προσεγγίσεις στο θέμα.

Ωστόσο, μια σύγκρουση που βρίσκεται σε αναστολή, διατρέχει πάντα τον κίνδυνο να «ξεπαγώσει» και να προσφέρει ευκαιρίες σε άλλους παράγοντες όπως η Ρωσία να παρέμβουν και να αποκτήσουν περαιτέρω επιρροή στην ευρωπαϊκή γειτονιά. Ως εκ τούτου, είναι άλλος ένας λόγος που πρέπει η ΕΕ να προσπαθήσει να διευκολύνει την ένταξη της Τουρκίας στο Φόρουμ για το φυσικό αέριο της Ανατολικής Μεσογείου. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό, θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για την κατάρτιση ενός τριμερούς πλαισίου που θα περιλαμβάνει τις χώρες του Φόρουμ για το φυσικό αέριο της Ανατολικής Μεσογείου, την ΕΕ και την Τουρκία για την αντιμετώπιση της κρίσης και τη διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους τα αποθέματα φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου μπορούν να αποτελέσουν πηγή συνεργασίας, παρά σύγκρουσης.

Η κρίση της ανατολικής Μεσογείου, στον πυρήνα της, δεν αφορά στην ενέργεια. Μέχρι στιγμής, δεν έχει βρεθεί τρόπος να αντληθεί αέριο στα αμφισβητούμενα εδάφη. Σίγουρα, οι ανακαλύψεις αερίου στην ανατολική Μεσόγειο που έγιναν από το Ισραήλ το 2009 και το 2010 (Ταμάρ και Λεβιάθαν, αντίστοιχα), από την Κύπρο το 2011 και από την Αίγυπτο το 2015 (Zohr) έχουν επισπεύσει και επιδεινώσει την κρίση. Ωστόσο, οι ρίζες της κρίσης βρίσκονται αλλού, στις αντικρουόμενες διεκδικήσεις της Τουρκίας και της Ελλάδας σχετικά με τα θαλάσσια σύνορα και τις Οικονομικές Αποκλειστικές Ζώνες (ΑΟΖ) από τη μια, και στο Κυπριακό πρόβλημα από την άλλη.

Όσον αφορά το πρώτο θέμα, η Άγκυρα και η Αθήνα διαφωνούν για τους ρόλους και τις εκτάσεις των νησιών στη δημιουργία της ΑΟΖ, με την πρώτη να έχει πιο περιοριστική άποψη και τη δεύτερη μια πιο επεκτατική. Όσον αφορά το τελευταίο, η Τουρκία αντιτίθεται στο ότι η Κυπριακή Δημοκρατία (ή, πιο συγκεκριμένα, οι Ελληνοκύπριοι) είναι ο μοναδικός φορέας ενεργειακής εξερεύνησης στην ανατολική Μεσόγειο. Επιμένοντας στην πολιτική ισότητα μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, η Άγκυρα υποστηρίζει ότι η τουρκική διοίκηση στη βόρεια Κύπρο (η οποία αναγνωρίζεται μόνο από την Τουρκία) έχει επίσης δικαιώματα να αναλαμβάνει δραστηριότητες εξερεύνησης ενέργειας και να εκδίδει άδειες.

Με αυτόν τον τρόπο, οι διαφορές στην οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, συνδέεται στενά με τις αντικρουόμενες προβολές τους για την εθνική κυριαρχία κάθεμιάς από τις δυο. Σταδιακά, οι θαλάσσιες διαμάχες έχουν έκτοτε μετατραπεί σε γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις και διαμάχες εξουσίας μεταξύ της Τουρκίας από τη μια, και μιας σειράς χωρών από την άλλη, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος, η Αίγυπτος, η Γαλλία και τα ΗΑΕ, ως αποτέλεσμα εντάσεων για την εξερεύνηση ενέργειας και τη σύγκρουση στη Λιβύη.

Συμπέρασμα

Το αλληλένδετο σύνολο κρίσεων που έχουν εκτυλιχθεί στην ανατολική Μεσόγειο μεταξύ της Τουρκίας και των αντιπάλων της είναι δυσεπίλυτο. Δεδομένων των εδραιωμένων θέσεων των παραγόντων και της ευαισθησίας των θεμάτων που εμπλέκονται, βραχυπρόθεσμα, προτεραιότητα της διπλωματίας θα πρέπει να είναι η εστίαση στη διαχείριση των συγκρούσεων ή στην εξεύρεση ενός πλαισίου αναστολής των συκγρούσεων, αντί της επίλυσής τους.

Από αυτή την άποψη, τα μέτρα που στοχεύουν στην αποκλιμάκωση της σύγκρουσης είναι σωστά. Ωστόσο, οποιαδήποτε προσωρινή μείωση των εντάσεων ή ηρεμίας στην περιοχή, δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό, καθώς η σύγκρουση στην Ανατολική Μεσόγειο είναι πιθανό να περάσει από την κλιμάκωση στην αποκλιμάκωση και στην εκ νέου κλιμάκωση. Αντίθετα, η Ευρώπη και τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να αξιοποιήσουν αυτό το στενό παράθυρο ευκαιρίας για να προωθήσουν μια πιο ευφάνταστη πολιτική και σχέδιο για την ανατολική Μεσόγειο, που μπορεί να εξυπηρετήσει τη συλλογική ασφάλεια, καθώς και τα οικονομικά και ενεργειακά συμφέροντα όλων των βασικών πρωταγωνιστών. Από αυτή την άποψη, η ΕΕ θα πρέπει είτε να προσπαθήσει να διευκολύνει την ένταξη της Τουρκίας στο Φόρουμ Αερίου της Ανατολικής Μεσογείου είτε να επινοήσει ένα τριμερές πλαίσιο όπου οι χώρες του Φόρουμ Αερίου της Ανατολικής Μεσογείου, η ΕΕ και η Τουρκία θα μπορούσαν να διερευνήσουν τρόπους διαχείρισης των διαφορών τους και να συνεργαστούν. Και για αργότερα, βλέπουμε…

Δια.Σ.

Read Previous

Ο Στέφαν Τσβάιχ γράφει για το μυστήριο της καλλιτεχνικής δημιουργίας

Read Next

Μεγάλα προβλήματα δημιουργεί το “βλέποντας και κάνοντας” στη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ