Παιδεραστία: Η πολιτική, ως απάντηση στον οχετό

του Στέφανου Παραστατίδη (*)

Η αντίδραση σε ακραία ειδεχθή εγκλήματα, βασανιστήρια ή άλλες παρόμοιες πράξεις δύσκολα παραμένει νηφάλια σε ατομικό επίπεδο. Η δε δολοφονία ενός παιδιού ή η παιδεραστία, αναπτύσσει έναν εσωτερικό θυμό δύσκολα διαχειρίσιμο, κάτι που μας καθιστά ευάλωτους ή/και ελεγχόμενους. Η αντίδραση για το ίδιο γεγονός στο επίπεδο της μάζας δεν είναι απλώς αθροιστική· πολλαπλασιάζεται εκθετικά.

Αν εκείνη τη στιγμή προτείνει κανείς μία ακραία τιμωρία, όπως τη θανατική ποινή, το κρέμασμα στην πλατεία, το κάψιμο ή το λιντσάρισμα, το όχι δεν θα είναι η απάντηση που θα επικρατήσει. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν επιθυμούμε ένα κράτος δικαίου ή την επικράτηση του νόμου του Λιντς και η προφανής απάντηση σε μία δημοκρατία είναι το κράτος δικαίου.

Η εικόνα που προκύπτει με την πολιτικοποίηση των βιασμών της 12χρονης και ο διαχωρισμός σε στρατόπεδα των ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ παιδεραστών είναι θλιβερή. Το χειρότερο όλων είναι ότι γίνεται και με οργανωμένο τρόπο από τα κόμματα, χρησιμοποιώντας τη λεγόμενη διαδικτυακή «υπόγα», δηλ πληρωμένους κομματικούς λογαριασμούς που επιτίθενται με οργανωμένο τρόπο, ενώ στο προσκήνιο υποκρίνονται υπέρ του κράτους δικαίου. Από έξω κούκλα, από μέσα πανούκλα.

Γιατί το κάνουν αυτό; Γιατί πουλάει, στιγματίζει τους «εχθρούς», εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Είναι η σχολή «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Έτσι, κερδίζουν στο πεδίο αξιοποιώντας έναν ποινικό λαϊκισμό που βάζει τα θεμέλια για μια κοινωνία-ζούγκλα και εις βάρος του κράτους δικαίου.

Όμως η πολιτική στη χώρα έχει ανάγκη να μην γίνει έρμαιο του λαϊκισμού και να σταθεί με γενναιότητα απέναντι στους ψευτοεμποράκους του δύσοσμου λαϊκισμού, όσο αντιδημοφιλής αυτή κι αν είναι. Διότι, όπως έχω ξαναπεί, αντί να επιλέγουμε να είμαστε πολιτικοί μπακάληδες που πρώτα μετράμε και ύστερα αποφασίζουμε, θα πρέπει να παραμείνουμε θεματοφύλακες της δημοκρατίας με κάθε κόστος.

Θέτω, λοιπόν, τρία ερωτήματα από θέση αρχής:

1ο ερώτημα: Έπρεπε να δοθούν τα 213 ονόματα που ήρθαν σε διαδικτυακή επαφή με τη 12χρονη στη δημοσιότητα; Και δεν αναφέρομαι μεμονωμένα σε πολίτες που εκφράζονται δημόσια στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, αλλά σε κόμματα και πολιτικά στελέχη που είπαν αρχικά ναι.

Σύμφωνα με τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος μας έχει συνηθίσει σε τέτοιου είδους λαϊκιστικές πρακτικές, θα έπρεπε να δοθούν. Όμως, η απάντηση σε ένα κράτος δικαίου είναι όχι. Και αυτό το όχι προκύπτει από τον θεμελιώδη κανόνα της ποινικής δίκης, τον σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας. Αντίστοιχα, το επίσημο όχι της κυβέρνησης γίνεται ανεπίσημο ναι, με την επιλεκτική διαρροή ονομάτων για κομματικό όφελος, παραβιάζοντας κάθε αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων και λιντσάροντας πολίτες χωρίς να έχει αποφανθεί η δικαιοσύνη αν είναι ένοχοι ή αθώοι.

Αλήθεια, αν ένας πολίτης που στιγματίζεται ως παιδεραστής, ήταν απλώς ένας χρήστης σε μία πλατφόρμα γνωριμίας χωρίς να γνωρίζει καν ότι συνομιλεί με ανήλικη αλλά με τον μαστροπό της, αύριο πέσει θύμα ξυλοδαρμού ή αυτοκτονήσει διότι αδυνατεί να διαχειριστεί τον στιγματισμό, ποιος θα έχει την ευθύνη;

2ο ερώτημα: Είναι ο χρήστης μίας πλατφόρμας γνωριμιών ένοχος επί της αρχής; Η απάντηση είναι όχι. Ειδάλλως, θα ήταν παράνομη και κάθε σεξουαλική πράξη επί πληρωμή ή το εξωσυζυγικό σεξ ή ακόμη και απλώς την συνεύρεση που προέκυψε μέσα απ’ αυτές τις πλατφόρμες και βεβαίως τα παραδείγματα δεν έχουν τελειωμό. Πρέπει όμως να δούμε το ρυθμιστικό πλαίσιο στις πλατφόρμες αυτής της κατηγορίας. Για παράδειγμα, οι ιδιοκτήτες της σελίδας διασφαλίζουν ότι οι συμμετέχοντες είναι ενήλικες; Και αν ναι, με ποιο τρόπο; Διασφαλίζονται τα προσωπικά δεδομένα του χρήστη; Και αν ναι, με ποιο τρόπο; Διασφαλίζεται η αποτροπή κάθε είδους παράνομης χρηματικής συνδιαλλαγής;

Αυτό είναι ένα θεσμικό περιβάλλον που χρήζει παρέμβασης καθώς πρόκειται για ένα νέο τεχνολογικό πεδίο και η ρύθμισή του ήδη επείγει ώστε να λειτουργεί υπό καθεστώς απόλυτης νομιμότητας. Ανάλογη αμηχανία πάντως απαντάται σε όλες τις έννομες τάξεις. Γι΄ αυτό και έχει αξία η έμφαση να δοθεί από κοινού στην κανονιστική οριοθέτηση που δε θα αφήνει χώρο στους επίδοξους χρήστες των πλατφορμών για σκοπούς πέραν του νόμου. Ας θυμόμαστε άλλωστε ότι κάθε αρρύθμιστο πεδίο αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη ακραίων παραβατικών συμπεριφορών.

3ο ερώτημα: Έχει η παιδεραστία πολιτικό ή κομματικό πρόσημο; Η απάντηση είναι όχι. Σε ένα εξαιρετικό κείμενο (σχ.1), ο Παύλος Τσίμας γράφει: «Ο Τόμας Φρίντμαν είχε γράψει, ως σχόλιο για τα πολιτικά ήθη της Μέσης Ανατολής, ότι εκεί όπου όλα γίνονται πολιτικά, η πολιτική πεθαίνει. Εκεί όπου όλα (ακόμη και η φρίκη του βιασμού ενός παιδιού ή της εκπόρνευσης, αν είναι αλήθεια, από την ίδια του τη μάνα) εγγράφεται αυτόματα στην πολιτική ύλη, στην κομματική αντιπαράθεση, τα κόμματα δεν είναι πια πολιτικοί οργανισμοί, είναι απλώς μηχανισμοί διεκδίκησης της εξουσίας- με κάθε μέσο, χωρίς αναστολές. Εμπορεύονται φθηνή δυσπιστία, με τον ίδιο τρόπο που οι εμποράκοι του διαδικτύου εμπορεύονται φθηνή συγκίνηση».

Συνοψίζοντας, η πολιτική οφείλει να λειτουργεί από θέση αρχής και όχι στο πλαίσιο τακτικισμών, διότι έτσι γίνεται έρμαιο κάθε μορφής δημαγωγίας και λαϊκισμού. Κάποιες φορές απαιτείται γενναιότητα, η δύναμη να μπορείς να σταθείς ενάντια στο ρεύμα, ή όπως λέει ο Max Weber «πολιτική σημαίνει το έντονο, αργό τρύπημα σκληρών σανίδων με πάθος και μέτρο ταυτόχρονα».

Και κάτι ακόμη: Καθώς κυλιόμαστε μέσα στο βούρκο, ξεχάσαμε το παιδί.

(*) Από το προσωπικό του ιστολόγιο στο fb

Read Previous

Μεγάλα προβλήματα δημιουργεί το “βλέποντας και κάνοντας” στη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ

Read Next

Οι μεταρρυθμίσεις, σαν αρχαία τραγωδία (σκέψεις με αφορμή το βιβλίο των Ζαΐρη – Σταμάτη)