Ποιος φοβάται τον θάνατο;
«Δεν είναι ο θάνατος που μας φοβίζει. Το άγνωστο επέκεινα είναι που μας φοβίζει». Αυτό μου είχε απαντήσει ο Παναγιώτης Δρακόπουλος, όταν τον είχα ρωτήσει εάν φοβάται τον θάνατο, ένα από εκείνα τα αλησμόνητα απογεύματα
«Δεν είναι ο θάνατος που μας φοβίζει. Το άγνωστο επέκεινα είναι που μας φοβίζει». Αυτό μου είχε απαντήσει ο Παναγιώτης Δρακόπουλος, όταν τον είχα ρωτήσει εάν φοβάται τον θάνατο, ένα από εκείνα τα αλησμόνητα απογεύματα
Το όνομα «Πόρος», όπως εξηγεί σε γράμμα του ο Σεφέρης προς τον Λόρενς Ντάρελ, «σημαίνει δίοδος. Δίοδος όμως προς τα πού; Αυτό είναι το ερώτημα που μου θέτω λοιπόν εδώ. Μετά την ουδετερότητα, μετά τον
«Αν δεν είχαμε ελεύθερη βούληση», γράφει κάπου ο Τσέστερτον, «δεν θάχε νόημα να πούμε ευχαριστώ σε κάποιον που μας πέρασε τη μουστάρδα.» Το θυμήθηκα αυτό τελειώνοντας μια φιλοσοφική μελέτη επί του θέματος, όπου ο φιλόσοφος
Η Ελένη Λαδιά είναι κατά κόσμον βραβευμένη λογοτέχνης, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και άλλα που επιβεβαιώνουν αυτή τη φήμη. Επιτρέψτε μου να σας γνωρίσω την πέραν αυτών αποκαλυπτικώς και δήθεν αφηρημένα διερχομένη αλήθεια. Η Ελένη Λαδιά επεσκέφθη
Βρισκόμαστε στό Τριτοπατρεῖον τοῦ Κεραμεικοῦ. Ἄβατο τότε ἀλλά τώρα σκορπισμένα ἐρείπια, ἀφημένα στήν πρόσβαση τοῦ κάθε ἐπισκέπτη. Δυό λίθινοι ὅροι στέκονται ὥς σήμερα καί πάνω τους μιά ἐπιγραφή ἀπό τό τέλος τοῦ 5ου π.χ αἰώνα.
(στην ελληνική μυθολογία) Ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας πίστευε πώς τά πάντα στόν κόσμο ἦταν διαποτισμένα ἀπό τήν ἐνέργεια ἀγαθοποιῶν καί κακοποιῶν δαιμόνων. Ἐπειδὴ, κατά τόν Decharme, ἡ ἑλληνική φαντασία δέν ἔδωσε σέ αὐτές τίς ὑπάρξεις ἀνθρώπινη
Ἀλεξάνδρεια τοῦ 1991 μ.Χ. (τίτλος κατά τό καβαφικόν πρότυπον) ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ Η ΑΛΛΟΤΕ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΗ ΠΟΛΗ; Ἐνῶ στό Κάιρο τό βαρύ, τό ἁπλόχωρο κι ἀνατολιτικο οἱ ἀραβικές ἐπιγραφές δέν ἐνοχλοῦν, ἐδῶ στήν πόλη τοῦ Ἀλέξανδρου, ἐρεθίζουν
Στήν ἐφηβεία μου εἶχα ἕναν διακαή πόθο: νά βρεθῶ στήν πόλη τοῦ ὀνείρου τρελά ἐρωτευμένη. Διέθετα τήν πόλη καί τό αἴσθημα· ἔλειπε μόνον τό πρόσωπο. Ἔτσι ἀποφάσισα νά σέ ψάξω σέ διάφορες ἐποχές. Ἤθελα νά
Λόγος τῆς ἀφηγήτριας Ἐπιστρέφω ἀπό ἕνα ταξίδι πού διήρκησε χρόνια. Δέν ἔχει σημασία ποῦ ἤμουν. Τό ταξίδι μου, ὅπως ἄλλωστε ὅλα τά ταξίδια, εἶχε ὀμορφιά, συγκίνηση καί μόχθο. Τά πρῶτα χρόνια, ἀπορροφημένη ἀπό τό ταξίδι,
Μόλις ἐγκαταστάθηκα στὸ ὡραῖο δωμάτιο τοῦ ξενοδοχείου, κάθησα κατάκοπη στὴν πολυθρόνα καὶ κοιτοῦσα τὴ θάλασσα. Προχωρημένο φθινόπωρο, σὲ λίγο θὰ ἔμπαινε δριμὺς ὁ χειμώνας, κι ἐγὼ ἀναρωτιόμουν γιατί ἦρθα σ’ αὐτὸ τὸ νησί, τί γύρευα
Φύγε, ἀδελφιδέ μου, καί ὁμοιώθητι τῇ δορκάδιἤ τῷ νεβρῷ τῶν ἐλάφων ἐπί ὄρη τῶν ἀρωμάτων.(ἀπό τό Ἄσμα Ἀσμάτων) Γιά τούς περισσότερους ἀνθρώπους, νά μήν πῶ γιά ὅλους, φτάνει μιά μέρα πού φαίνεται πώς ὅλα ἔχουν
Ὁ Εὐμένης στό κάτω πάτωμα τοῦ σπιτιοῦ ἦταν συλλογισμένος καί ἀναποφάσιστος γιά τήν τροπή τοῦ μυθιστορήματός του. Ἡ θεολογική του κρίση τόν εἶχε τόσο προβληματίσει, ὥστε στεκόταν ἐμπόδιο στήν ἀληθινή ἐξέλιξη πού ἐπιθυμοῦσε γιά τό
ΥΓ Στά τέσσερα χρόνια στίς Φυλακές Κορυδαλλοῦ, ὅπου ἔκανα ἐθελοντικά μαθήματα στό σχολεῖο τῆς δεύτερης εὐκαιρίας, γνώρισα περίπου 350 κρατούμενους. Μέσα στήν τάξη ὑπῆρχαν Ἕλληνες καί ἀλλοδαποί, ληστές οἰκιῶν καί τραπεζῶν, δολοφόνοι, ναρκομανεῖς καί ἐμποράκια
Του Ύπνου Ύπνε, των μακαρίων όλων άνακτα και των θνητών ανθρώπων,κι όλων των ζωντανών που τρέφει η ευρεία γη∙γιατί μόνον εσύ κυριαρχείς στα πάντα και σε όλα προσέρχεσαιδεσμεύοντας τα σώματα με αχάλκευτα δεσμά, ω λυσιμέριμνε,